20260410

Στο χωριό του παππού Νεφέλη: 13 ετών Παππού, είναι αλήθεια πως το χωριό μας πήρε το όνομά του από μια πάπια; Παππούς: Ναι, παιδί μου. Από την ασημένια πάπια με το πράσινο κεφάλι — σπάνιο πλάσμα, περήφανο και ήσυχο. Την έβλεπαν παλιά στη λίμνη του Ματιού, κι έλεγαν πως ήταν το πνεύμα του τόπου. Νεφέλη: Και οι βίδρες; Μου είπες πως έμοιαζαν να προσεύχονται… Παππούς: Έτσι είναι. Όταν τις έβλεπες να στέκονται όρθιες, με τα χέρια μπροστά, νόμιζες πως μιλούν με τον Θεό. Σαν να λένε στην κουκουβάγια που γελάει: «Άσε τα γέλια και κάνε μια προσευχή, μήπως και δούμε καμιά άσπρη μέρα». Νεφέλη: Τι όμορφο… σαν να μιλούσε όλη η φύση μαζί. Παππούς: Η φύση πάντα μιλά, κορίτσι μου. Εμείς πρέπει να μάθουμε να την ακούμε. Αυτή είναι η παρακαταθήκη που αφήνουμε — όχι μόνο στα βιβλία, αλλά στις καρδιές των ανθρώπων. Νεφέλη: Θα τη θυμάμαι, παππού. Η ασημένια πάπια θα είναι το έμβλημα της μνήμης μας. Παππούς: Έτσι μπράβο, Νεφέλη. Γιατί όποιος θυμάται, προσεύχεται κιόλας — κι όποιος προσεύχεται, βλέπει την άσπρη μέρα πιο κοντά. Παππούς: Νεφέλη μου, έλα να σου δείξω τον τόπο που με έπλασε. Στο Αργυροπούλι, εκεί που οι πέτρες έχουν μνήμη και το νερό μιλάει. Πρώτα θα πάμε στη λίμνη Γυαλί, στις πηγές του ποταμού Μάτι. Θα δεις το νερό να καθρεφτίζει τον ουρανό σαν να ’ναι ζωντανό. Νεφέλη: Παππού, μοιάζει σαν να με καλεί. Σαν να θέλει να μου πει ιστορίες που δεν γράφτηκαν ποτέ. Παππούς: Μετά θα κάνουμε βαρκάδα στο Γυαλί. Εκεί, κάτω από το νερό, κρύβεται το Ιερό του Πλούτωνα. Οι παλιοί έλεγαν πως εκεί άνοιγε μια πόρτα για τον Κάτω Κόσμο. (Εδώ στο γυαλί του ποταμού Μάτι στις πύλες του Άδη διατραγωδείται ένα ιστορικό και Συμπαντικό ανοσιούργημα. Το μοναδικό στην ιστορία και τον πλανήτη γεγονός το οποίο επιχειρώ να αναδείξω γιατί διέφυγε, από την Ελληνική και παγκόσμια διανόηση από την Αυγή του Ανθρώπου. Όταν ο Δίας, έκλεψε την πανέμορφη κόρη του Αίσωπου, Θεού των ποταμών και προσπαθούσε να εντοπίσει τον απαγωγέα, ο Σίσυφος τον διαβεβαίωσε ότι τον γνώριζε και θα μπορούσε να τον καταμαρτυρήσει, εάν του πρόσφερε μια πηγή νερού στην κορυφή ενός βουνού. Ο Αίσωπος, άνοιξε στην κορυφή του βράχου της ακροναυπλίας, την γνωστή πηγή νερού και ο Σίσυφος, κατέδωσε τον Δία, τον απαγωγέα της κόρης του. Ο Δίας, θύμωσε και για να τιμωρήσει τον Σίσυφο, έστειλε τον Θάνατο να τον συλλάβει και να τον οδηγήσει στον Άδη. Ο πανέξυπνος Σίσυφος, αλυσόδεσε τον Θάνατο, ταπεινώνοντας τις εξουσιαστικές δυνάμεις του Ανθρώπου. Έτσι ο Δίας έστειλε τον ισχυρό Θεό του πολέμου, τον Άρη, για να ελευθερώσει τον Θάνατο, ο οποίος συνέλαβε τον Σίσυφο και τον φυλάκισε στον Άδη. Φεύγοντας ο πανέξυπνος Σίσυφος από τη Γη, ζήτησε από την Γυναίκα του Μερόπη, να μην προσφέρει σπονδές για τον νεκρό. Να μην αποδεχθεί δηλαδή, ως τετελεσμένο και οριστικόν, τον θάνατό του. Και τούτο, γιατί ήθελε να επανέλθει στην ζωή του Άνω Κόσμου. Όταν ο Άδης διαπίστωσε, ότι μόνο ο Σίσυφος δεν είχε, δια των σπονδών αυτών, αποδεχθεί ως τετελεσμένο τον θάνατό του, του εζήτησε να μηνύσει στην Μερόπη να προσφέρει τις καθιερωμένες σπονδές. Ο Σίσυφος, του είπε ότι μόνο με την φυσική του παρουσία στον Άνω Κόσμο, θα ήταν δυνατόν να πεισθεί η Μερόπη. Έτσι και έγινε. Αλλά ο Σίσυφος, αφού ανέβηκε στην Γη, δεν ξαναγύρισε στον Άδη. Έζησε πολλά χρόνια αγωνιζόμενος υπέρ του κοινού καλού, σηματοδοτώντας την άσβεστη επιθυμία για ζωή αλλά και την Αθανασία των Δημιουργών. Στην αλληγορία αυτού του μύθου, ο Σίσυφος, αντιστρατεύεται τους Θεούς Δυνάστες του και αναδεικνύει την Θεότητα της Γυναίκας, σύμβολο της Γνώσης και της Σοφίας, του Έρωτα, της Δημιουργίας και της Πραότητας. Γεγονός το οποίο στέρησε την Μερόπη να προσφέρει το προνόμιό της τον Έρωτά της στον Σίσυφο, να τον ανεβάσει στα φτερά της ,να τον κάνει όμοιόν της, δηλαδή γνώστη της Αλήθειας, σοφό και δημιουργό να συν τήξουν το φωτεινό και αήττητο δίπολο Άνδρα-Γυναίκα. Να ανεβάσουν από κοινού τον πυρωμένο βράχο στην κορυφή του βουνού που είναι κρυμμένη η αλήθεια. Στο ψηλότερο σημείο που θεάζεται ο κόσμος. Ενδεικτικό της θεϊκής αποστολής του Ανθρώπου. Ο Σίσυφος γιος του Αιόλου και της Εναρέτης, πρώτος βασιλιάς της Κορίνθου, ήταν ο εξυπνότερος και ο δημιουργικότερος Άνθρωπος της εποχής του. Ο Σίσυφος παρά τις εντολές του εξουσιαστή θεού, βοήθησε τους Ανθρώπους και τιμωρήθηκε από τον Δία να κουβαλά τον βράχο μέχρι την κορυφή του βουνού, που πριν φθάσει πάντα κατρακυλά μέχρι τα ριζώματα του βουνού και να επαναλαμβάνεται στο διηνεκές. Η Μερόπη θεά και Μούσα του έρωτα είχε την εντολή από τις πέραν του Ολύμπου θεϊκές δυνάμεις να παντρευτεί τον Σίσυφο τον πρώτο , έξυπνο και δημιουργικό άνδρα της εποχής της. Η Μερόπη έχει εμφυτευμένο μέσα της το θείο χάρισμα να εκπέμπει τη σαγήνη της θεϊκής θηλυκότητά της και να είναι χωρίς όρια ποθητή). Νεφέλη: Κι εγώ θα κοιτάζω το νερό και θα φαντάζομαι θεούς, νύμφες και μυστικά. Παππούς: Θα πάμε να ψαρέψουμε καραβίδες στις πηγές ή στις μικρές γεφυρούλες με τους καταρράκτες. Κι ας μην υπάρχει πια το παλιό ψάρεμα του χελιού με το πιρούνι — θα σου το διηγηθώ σαν να το βλέπεις μπροστά σου. Νεφέλη: Θέλω να το ακούσω όλο. Να το θυμάμαι εγώ, για όσους δεν πρόλαβαν. Παππούς: Το μεσημέρι θα καθίσουμε κάτω από τον πλάτανο, εκεί στις γεφυρούλες κοντά στον μύλο. Θα φάμε χωριάτικη με άγριο σέλινο από το ποτάμι. Η γεύση του είναι σαν να σε ξυπνάει από μέσα. Νεφέλη: Παππού, έτσι θέλω να τρώω πάντα όταν έρχομαι εδώ. Να θυμάμαι πως η γη έχει άρωμα. Παππούς: Το απόγευμα θα περπατήσουμε στο χωριό. Θα σου δείξω τις εκκλησιές, όμορφες σαν ζωγραφιές. Και το βράδυ… θα δοκιμάσουμε τα ξακουστά παϊδάκια. Θα γελάμε, θα μιλάμε, θα μυρίζει ο τόπος ψησταριά και παρέα. Νεφέλη: Αυτές οι μυρωδιές μένουν στην καρδιά. Όχι στα ρούχα. Παππούς: Θα μείνουμε σε συγγενείς. Και το πρωί θα ανέβουμε στον Προφήτη Ηλία. Από εκεί ο Θεσσαλικός κάμπος απλώνεται σαν θάλασσα. Νεφέλη: Θέλω να τον δω από ψηλά. Να νιώσω πως ο κόσμος είναι μεγάλος αλλά κι εγώ χωράω μέσα του. Παππούς: Θα έρθει και ο καιρός του τρύγου, να τρώω και κανένα τσαμπί σταφύλια Θα τρυγήσουμε μοσχάτα και Αλεξανδρινά, όλοι μαζί, με συνεργατισμό όπως τα παλιά. Και μετά θα πατήσουμε σταφύλια ξυπόλητοι. Θα γελάμε, θα λερωνόμαστε, θα φτιάχνουμε μνήμες. Νεφέλη: Θέλω να κολλήσουν τα πόδια μου από τον μούστο. Να θυμάμαι πως η χαρά θέλει συμμετοχή. Παππούς: Το βράδυ θα ξενυχτήσουμε στα τσίπουρα. Όχι για να πιούμε — για να ακούσουμε ιστορίες. Και την άλλη μέρα θα πάμε στον Μύλο, να πλύνεις τις φλοκάτες όπως έκαναν οι γυναίκες του χωριού. Νεφέλη: Θα το κάνω, παππού. Για να νιώσω τον παλιό ρυθμό της ζωής. Παππούς: Και τέλος, θα δεις το Μπουρανί. Το ξεφάντωμα, τον χορό «Πώς το τρίβουν το πιπέρι». Θα γελάσεις, θα απορήσεις, θα καταλάβεις πως η παράδοση είναι ζωντανή γιατί την κρατάμε ζωντανή. Νεφέλη: Θα το θυμάμαι. Και μια μέρα θα το πω στα δικά μου παιδιά. Επίλογος του Παππού Νεφέλη μου, όλα αυτά δεν είναι απλώς πράξεις. Είναι ρίζες. Κι όταν ένας άνθρωπος έχει ρίζες, δεν τον παίρνει ο άνεμος. Το Αργυροπούλι είναι η δική μας ρίζα. Κι εσύ είσαι η συνέχειά της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου