20260410

Στο χωριό του παππού Νεφέλη: 13 ετών Παππού, είναι αλήθεια πως το χωριό μας πήρε το όνομά του από μια πάπια; Παππούς: Ναι, παιδί μου. Από την ασημένια πάπια με το πράσινο κεφάλι — σπάνιο πλάσμα, περήφανο και ήσυχο. Την έβλεπαν παλιά στη λίμνη του Ματιού, κι έλεγαν πως ήταν το πνεύμα του τόπου. Νεφέλη: Και οι βίδρες; Μου είπες πως έμοιαζαν να προσεύχονται… Παππούς: Έτσι είναι. Όταν τις έβλεπες να στέκονται όρθιες, με τα χέρια μπροστά, νόμιζες πως μιλούν με τον Θεό. Σαν να λένε στην κουκουβάγια που γελάει: «Άσε τα γέλια και κάνε μια προσευχή, μήπως και δούμε καμιά άσπρη μέρα». Νεφέλη: Τι όμορφο… σαν να μιλούσε όλη η φύση μαζί. Παππούς: Η φύση πάντα μιλά, κορίτσι μου. Εμείς πρέπει να μάθουμε να την ακούμε. Αυτή είναι η παρακαταθήκη που αφήνουμε — όχι μόνο στα βιβλία, αλλά στις καρδιές των ανθρώπων. Νεφέλη: Θα τη θυμάμαι, παππού. Η ασημένια πάπια θα είναι το έμβλημα της μνήμης μας. Παππούς: Έτσι μπράβο, Νεφέλη. Γιατί όποιος θυμάται, προσεύχεται κιόλας — κι όποιος προσεύχεται, βλέπει την άσπρη μέρα πιο κοντά. Παππούς: Νεφέλη μου, έλα να σου δείξω τον τόπο που με έπλασε. Στο Αργυροπούλι, εκεί που οι πέτρες έχουν μνήμη και το νερό μιλάει. Πρώτα θα πάμε στη λίμνη Γυαλί, στις πηγές του ποταμού Μάτι. Θα δεις το νερό να καθρεφτίζει τον ουρανό σαν να ’ναι ζωντανό. Νεφέλη: Παππού, μοιάζει σαν να με καλεί. Σαν να θέλει να μου πει ιστορίες που δεν γράφτηκαν ποτέ. Παππούς: Μετά θα κάνουμε βαρκάδα στο Γυαλί. Εκεί, κάτω από το νερό, κρύβεται το Ιερό του Πλούτωνα. Οι παλιοί έλεγαν πως εκεί άνοιγε μια πόρτα για τον Κάτω Κόσμο. (Εδώ στο γυαλί του ποταμού Μάτι στις πύλες του Άδη διατραγωδείται ένα ιστορικό και Συμπαντικό ανοσιούργημα. Το μοναδικό στην ιστορία και τον πλανήτη γεγονός το οποίο επιχειρώ να αναδείξω γιατί διέφυγε, από την Ελληνική και παγκόσμια διανόηση από την Αυγή του Ανθρώπου. Όταν ο Δίας, έκλεψε την πανέμορφη κόρη του Αίσωπου, Θεού των ποταμών και προσπαθούσε να εντοπίσει τον απαγωγέα, ο Σίσυφος τον διαβεβαίωσε ότι τον γνώριζε και θα μπορούσε να τον καταμαρτυρήσει, εάν του πρόσφερε μια πηγή νερού στην κορυφή ενός βουνού. Ο Αίσωπος, άνοιξε στην κορυφή του βράχου της ακροναυπλίας, την γνωστή πηγή νερού και ο Σίσυφος, κατέδωσε τον Δία, τον απαγωγέα της κόρης του. Ο Δίας, θύμωσε και για να τιμωρήσει τον Σίσυφο, έστειλε τον Θάνατο να τον συλλάβει και να τον οδηγήσει στον Άδη. Ο πανέξυπνος Σίσυφος, αλυσόδεσε τον Θάνατο, ταπεινώνοντας τις εξουσιαστικές δυνάμεις του Ανθρώπου. Έτσι ο Δίας έστειλε τον ισχυρό Θεό του πολέμου, τον Άρη, για να ελευθερώσει τον Θάνατο, ο οποίος συνέλαβε τον Σίσυφο και τον φυλάκισε στον Άδη. Φεύγοντας ο πανέξυπνος Σίσυφος από τη Γη, ζήτησε από την Γυναίκα του Μερόπη, να μην προσφέρει σπονδές για τον νεκρό. Να μην αποδεχθεί δηλαδή, ως τετελεσμένο και οριστικόν, τον θάνατό του. Και τούτο, γιατί ήθελε να επανέλθει στην ζωή του Άνω Κόσμου. Όταν ο Άδης διαπίστωσε, ότι μόνο ο Σίσυφος δεν είχε, δια των σπονδών αυτών, αποδεχθεί ως τετελεσμένο τον θάνατό του, του εζήτησε να μηνύσει στην Μερόπη να προσφέρει τις καθιερωμένες σπονδές. Ο Σίσυφος, του είπε ότι μόνο με την φυσική του παρουσία στον Άνω Κόσμο, θα ήταν δυνατόν να πεισθεί η Μερόπη. Έτσι και έγινε. Αλλά ο Σίσυφος, αφού ανέβηκε στην Γη, δεν ξαναγύρισε στον Άδη. Έζησε πολλά χρόνια αγωνιζόμενος υπέρ του κοινού καλού, σηματοδοτώντας την άσβεστη επιθυμία για ζωή αλλά και την Αθανασία των Δημιουργών. Στην αλληγορία αυτού του μύθου, ο Σίσυφος, αντιστρατεύεται τους Θεούς Δυνάστες του και αναδεικνύει την Θεότητα της Γυναίκας, σύμβολο της Γνώσης και της Σοφίας, του Έρωτα, της Δημιουργίας και της Πραότητας. Γεγονός το οποίο στέρησε την Μερόπη να προσφέρει το προνόμιό της τον Έρωτά της στον Σίσυφο, να τον ανεβάσει στα φτερά της ,να τον κάνει όμοιόν της, δηλαδή γνώστη της Αλήθειας, σοφό και δημιουργό να συν τήξουν το φωτεινό και αήττητο δίπολο Άνδρα-Γυναίκα. Να ανεβάσουν από κοινού τον πυρωμένο βράχο στην κορυφή του βουνού που είναι κρυμμένη η αλήθεια. Στο ψηλότερο σημείο που θεάζεται ο κόσμος. Ενδεικτικό της θεϊκής αποστολής του Ανθρώπου. Ο Σίσυφος γιος του Αιόλου και της Εναρέτης, πρώτος βασιλιάς της Κορίνθου, ήταν ο εξυπνότερος και ο δημιουργικότερος Άνθρωπος της εποχής του. Ο Σίσυφος παρά τις εντολές του εξουσιαστή θεού, βοήθησε τους Ανθρώπους και τιμωρήθηκε από τον Δία να κουβαλά τον βράχο μέχρι την κορυφή του βουνού, που πριν φθάσει πάντα κατρακυλά μέχρι τα ριζώματα του βουνού και να επαναλαμβάνεται στο διηνεκές. Η Μερόπη θεά και Μούσα του έρωτα είχε την εντολή από τις πέραν του Ολύμπου θεϊκές δυνάμεις να παντρευτεί τον Σίσυφο τον πρώτο , έξυπνο και δημιουργικό άνδρα της εποχής της. Η Μερόπη έχει εμφυτευμένο μέσα της το θείο χάρισμα να εκπέμπει τη σαγήνη της θεϊκής θηλυκότητά της και να είναι χωρίς όρια ποθητή). Νεφέλη: Κι εγώ θα κοιτάζω το νερό και θα φαντάζομαι θεούς, νύμφες και μυστικά. Παππούς: Θα πάμε να ψαρέψουμε καραβίδες στις πηγές ή στις μικρές γεφυρούλες με τους καταρράκτες. Κι ας μην υπάρχει πια το παλιό ψάρεμα του χελιού με το πιρούνι — θα σου το διηγηθώ σαν να το βλέπεις μπροστά σου. Νεφέλη: Θέλω να το ακούσω όλο. Να το θυμάμαι εγώ, για όσους δεν πρόλαβαν. Παππούς: Το μεσημέρι θα καθίσουμε κάτω από τον πλάτανο, εκεί στις γεφυρούλες κοντά στον μύλο. Θα φάμε χωριάτικη με άγριο σέλινο από το ποτάμι. Η γεύση του είναι σαν να σε ξυπνάει από μέσα. Νεφέλη: Παππού, έτσι θέλω να τρώω πάντα όταν έρχομαι εδώ. Να θυμάμαι πως η γη έχει άρωμα. Παππούς: Το απόγευμα θα περπατήσουμε στο χωριό. Θα σου δείξω τις εκκλησιές, όμορφες σαν ζωγραφιές. Και το βράδυ… θα δοκιμάσουμε τα ξακουστά παϊδάκια. Θα γελάμε, θα μιλάμε, θα μυρίζει ο τόπος ψησταριά και παρέα. Νεφέλη: Αυτές οι μυρωδιές μένουν στην καρδιά. Όχι στα ρούχα. Παππούς: Θα μείνουμε σε συγγενείς. Και το πρωί θα ανέβουμε στον Προφήτη Ηλία. Από εκεί ο Θεσσαλικός κάμπος απλώνεται σαν θάλασσα. Νεφέλη: Θέλω να τον δω από ψηλά. Να νιώσω πως ο κόσμος είναι μεγάλος αλλά κι εγώ χωράω μέσα του. Παππούς: Θα έρθει και ο καιρός του τρύγου, να τρώω και κανένα τσαμπί σταφύλια Θα τρυγήσουμε μοσχάτα και Αλεξανδρινά, όλοι μαζί, με συνεργατισμό όπως τα παλιά. Και μετά θα πατήσουμε σταφύλια ξυπόλητοι. Θα γελάμε, θα λερωνόμαστε, θα φτιάχνουμε μνήμες. Νεφέλη: Θέλω να κολλήσουν τα πόδια μου από τον μούστο. Να θυμάμαι πως η χαρά θέλει συμμετοχή. Παππούς: Το βράδυ θα ξενυχτήσουμε στα τσίπουρα. Όχι για να πιούμε — για να ακούσουμε ιστορίες. Και την άλλη μέρα θα πάμε στον Μύλο, να πλύνεις τις φλοκάτες όπως έκαναν οι γυναίκες του χωριού. Νεφέλη: Θα το κάνω, παππού. Για να νιώσω τον παλιό ρυθμό της ζωής. Παππούς: Και τέλος, θα δεις το Μπουρανί. Το ξεφάντωμα, τον χορό «Πώς το τρίβουν το πιπέρι». Θα γελάσεις, θα απορήσεις, θα καταλάβεις πως η παράδοση είναι ζωντανή γιατί την κρατάμε ζωντανή. Νεφέλη: Θα το θυμάμαι. Και μια μέρα θα το πω στα δικά μου παιδιά. Επίλογος του Παππού Νεφέλη μου, όλα αυτά δεν είναι απλώς πράξεις. Είναι ρίζες. Κι όταν ένας άνθρωπος έχει ρίζες, δεν τον παίρνει ο άνεμος. Το Αργυροπούλι είναι η δική μας ρίζα. Κι εσύ είσαι η συνέχειά της.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΡΟΥΚΟΥΜΟΥΚΟΥ: Ανάσταση: Η Εορτή των εορτών!

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΡΟΥΚΟΥΜΟΥΚΟΥ: Ανάσταση: Η Εορτή των εορτών!: ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΦΙΛΩΝ  

20260406

Καρατζολίτικες ομορφιές(Βιογραφία) Η ζωή στις πηγές του ποταμού Μάτι η Ιστορία του και άλλα ζωτικά δρώμενα. Μια μαρτυρία του Δημήτρη Βόγγολη Όταν ένα ποτάμι βγαίνει από τις πρόποδες του Ολύμπου δεν μπορεί παρά να είναι και το νερό του θεϊκό, καθαρό και να σφύζει από ζωή εμβίων όντων με Χέλια, Καραβίδες, Βίδρες, σπάνιο είδος, οι οποίες μερικές φορές έπαιρναν τη στάση της προσευχής έμοιαζαν να δίδουν στωικά την καλλίτερη απάντηση στη γελαστή Κουκουβάγια ωσάν να της έλεγαν «Άσε τα γέλια και κάνε μια προσευχή, μήπως και δούμε καμιά άσπρη μέρα » διάφορα ψάρια μεταξύ αυτών και η περίφημη Τούρνα, η ασημένια Πάπια με το πράσινο κεφάλι η οποία ήταν ένα από τα σπάνια είδη της πανίδος στο Μάτι Παρακαταθήκη αρχείο στην κοινότητα, αλλά και από τους παππούδες μας έχουμε την μαρτυρία ότι το σύμβολο και έμβλημα του χωριού μας είναι η ασημένια Πάπια από την οποία το χωριό έλαβε την ονομασία του . Φρονώ ότι πρέπει να τεθεί σε όλα τα δημόσια έγγραφα των εχόντων σχέση με το χωριό, διαδίκτυα κλπ. ώστε να γίνει σημαία ταυτότητας , σύμβολο και έμβλημα, αναγνωρισιμότητας του Χωριού μας. Οι καμάρες χωρίζουν το ποτάμι από το Γυαλί, ένα άνοιγμα σαν λίμνη βάθους αρκετών μέτρων. Την εποχή εκείνη να αναβλύζει το νερό συνέχεια από τον πυθμένα και με τον μύθο ότι μέσα υπάρχει ολόκληρη πόλη με εκκλησία και το Ιερό του Πλούτωνα με δράκοντες να φυλάνε τις πύλες να σκάβουν και να αναταράσσουν το νερό και να κυριαρχεί ο φόβος στον καθένα που θα επιχειρούσε να κολυμπήσει σ αυτό . (Εδώ στο γυαλί του ποταμού Μάτι στις πύλες του Άδη διατραγωδείται ένα ιστορικό και Συμπαντικό ανοσιούργημα. Το μοναδικό στην ιστορία και τον πλανήτη γεγονός το οποίο επιχειρώ να αναδείξω γιατί διέφυγε, από την Ελληνική και παγκόσμια διανόηση από την Αυγή του Ανθρώπου. Όταν ο Δίας, έκλεψε την πανέμορφη κόρη του Αίσωπου, Θεού των ποταμών και προσπαθούσε να εντοπίσει τον απαγωγέα, ο Σίσυφος τον διαβεβαίωσε ότι τον γνώριζε και θα μπορούσε να τον καταμαρτυρήσει, εάν του πρόσφερε μια πηγή νερού στην κορυφή ενός βουνού. Ο Αίσωπος, άνοιξε στην κορυφή του βράχου της ακροναυπλίας, την γνωστή πηγή νερού και ο Σίσυφος, κατέδωσε τον Δία, τον απαγωγέα της κόρης του. Ο Δίας, θύμωσε και για να τιμωρήσει τον Σίσυφο, έστειλε τον Θάνατο να τον συλλάβει και να τον οδηγήσει στον Άδη. Ο πανέξυπνος Σίσυφος, αλυσόδεσε τον Θάνατο, ταπεινώνοντας τις εξουσιαστικές δυνάμεις του Ανθρώπου. Έτσι ο Δίας έστειλε τον ισχυρό Θεό του πολέμου, τον Άρη, για να ελευθερώσει τον Θάνατο, ο οποίος συνέλαβε τον Σίσυφο και τον φυλάκισε στον Άδη. Φεύγοντας ο πανέξυπνος Σίσυφος από τη Γη, ζήτησε από την Γυναίκα του Μερόπη, να μην προσφέρει σπονδές για τον νεκρό. Να μην αποδεχθεί δηλαδή, ως τετελεσμένο και οριστικόν, τον θάνατό του. Και τούτο, γιατί ήθελε να επανέλθει στην ζωή του Άνω Κόσμου. Όταν ο Άδης διαπίστωσε, ότι μόνο ο Σίσυφος δεν είχε, δια των σπονδών αυτών, αποδεχθεί ως τετελεσμένο τον θάνατό του, του εζήτησε να μηνύσει στην Μερόπη να προσφέρει τις καθιερωμένες σπονδές. Ο Σίσυφος, του είπε ότι μόνο με την φυσική του παρουσία στον Άνω Κόσμο, θα ήταν δυνατόν να πεισθεί η Μερόπη. Έτσι και έγινε. Αλλά ο Σίσυφος, αφού ανέβηκε στην Γη, δεν ξαναγύρισε στον Άδη. Έζησε πολλά χρόνια αγωνιζόμενος υπέρ του κοινού καλού, σηματοδοτώντας την άσβεστη επιθυμία για ζωή αλλά και την Αθανασία των Δημιουργών. Στην αλληγορία αυτού του μύθου, ο Σίσυφος, αντιστρατεύεται τους Θεούς Δυνάστες του και αναδεικνύει την Θεότητα της Γυναίκας, σύμβολο της Γνώσης και της Σοφίας, του Έρωτα, της Δημιουργίας και της Πραότητας. Γεγονός το οποίο στέρησε την Μερόπη να προσφέρει το προνόμιό της τον Έρωτά της στον Σίσυφο, να τον ανεβάσει στα φτερά της ,να τον κάνει όμοιόν της, δηλαδή γνώστη της Αλήθειας, σοφό και δημιουργό να συν τήξουν το φωτεινό και αήττητο δίπολο Άνδρα-Γυναίκα. Να ανεβάσουν από κοινού τον πυρωμένο βράχο στην κορυφή του βουνού που είναι κρυμμένη η αλήθεια. Στο ψηλότερο σημείο που θεάζεται ο κόσμος. Ενδεικτικό της θεϊκής αποστολής του Ανθρώπου. Ο Σίσυφος γιος του Αιόλου και της Εναρέτης, πρώτος βασιλιάς της Κορίνθου, ήταν ο εξυπνότερος και ο δημιουργικότερος Άνθρωπος της εποχής του. Ο Σίσυφος παρά τις εντολές του εξουσιαστή θεού, βοήθησε τους Ανθρώπους και τιμωρήθηκε από τον Δία να κουβαλά τον βράχο μέχρι την κορυφή του βουνού, που πριν φθάσει πάντα κατρακυλά μέχρι τα ριζώματα του βουνού και να επαναλαμβάνεται στο διηνεκές. Η Μερόπη θεά και Μούσα του έρωτα είχε την εντολή από τις πέραν του Ολύμπου θεϊκές δυνάμεις να παντρευτεί τον Σίσυφο τον πρώτο , έξυπνο και δημιουργικό άνδρα της εποχής της. Η Μερόπη έχει εμφυτευμένο μέσα της το θείο χάρισμα να εκπέμπει τη σαγήνη της θεϊκής θηλυκότητά της και να είναι χωρίς όρια ποθητή). Η ζωή μου όλη είναι το Μάτι, γι αυτό και την απόσταση από Αθήνα για το χωριό την μετρώ μέχρι τις πηγές αφού δεν παραλείπω να περάσω πρώτα απ΄΄ εκεί. Το νερό τότε κάτω από τις καμάρες ήταν στα δυο μέτρα , τα γίδια περνούσαν κολυμπώντας από την μια άκρη στην άλλη και εγώ μικρός στα 6 μου ανέβαινα στον τράγο (Τσάπο) με το μεγάλο κυπρί βαρκάδα για να περάσω απέναντι στην άλλη πλευρά της όχθης. Πάνω από τις καμάρες και τον σημερινό δρόμο αυτές οι σπηλιές στα παλαιότερα χρόνια έβγαζαν νερό στην εποχή μου, έβγαζαν επίσης και έναν δροσερό αέρα το καλοκαίρι γι αυτό και τα γίδια αλλά και εμείς τις προτιμούσαμε. Όντας μεσημέρι έβγαζα το ψωμί από τον τρουβά καλούσα να έρθει κοντά μου η ήμερη τσίπα γίδα (τσίπα αυτή με πολύ μικρά αυτιά) πίστευα πως επειδή έκανε τα πιο όμορφα κατσικάκια , είχε και το καλλίτερο γάλα. Ξάπλωνα κοντά στις αέρινες σπηλιές και με το κεφάλι κάτω από τα μαστάρια της τσίπας στο ένα χέρι κρατούσα το ψωμί το δάγκωνα και με το άλλο χέρι κρατούσα το μαστάρι αρμέγοντας απ ευθείας στο στόμα, έτσι τελείωνε το φτωχό αλλά γευστικότατο γεύμα μου. Εκείνα τα χρόνια τρώγαμε και πίναμε άφοβα γιατί όλα ήταν καθαρά από τη φύση τους. Πολλές φορές βρέθηκα να ρουφάω νερό με μακρύ καλάμι σε σημεία που δεν έφτανα τη στάθμη του ποταμού, ή να σουβλίζω το ξερό ψωμί στο καλάμι και να το βουτώ στο ποτάμι για να μαλακώσει. Από τις πηγές μέχρι τις σημερινές Γεφυρούλες το ποτάμι ήταν απρόσιτο, φυσικά τότε αντί για Γεφυρούλες υπήρχε ένα άπλωμα του ποταμού, δηλαδή ο Πόρος απ όπου μπορούσες να περάσεις στην άλλη άκρη αφού το νερό δεν ήταν παραπάνω απ το γόνατο. (Η λέξη πόρος δηλώνει πέρασμα, δυνατότητα λέμε λχ αυτός είναι εύπορος τα βγάζει πέρα οικονομικά, ενώ αυτός που δεν έχει οικονομική ευχέρεια είναι άπορος. ) Οι καραβίδες με ρύζι ήταν κάτι σαν την σημερινή αστακομακαρονάδα δεν έλειπε και ο μεζές του χελιού, αφού όποτε να ζητούσαμε να φάμε, ο καλός μας θείος Παναγιώτης Κουτίνας ειδήμων στο να πιάνει χέλια , έπαιρνε το όπλο του (Πιρούνι) και σε πολύ λίγο χρόνο ο μεζές έτοιμος. Εκεί στήνονταν το τραγούδι Στέλλα μωρ-Στέλλα το αγαπημένο του . Ενθυμούμαι την τσουλήθρα πάνω σε καβούκι μεγάλης χελώνας με φαρδιά πλαϊνά φτερά την ονομαζόμενη κρασπεδωτή που εν ζωή ζύγιζε περίπου 5- 10 κιλά. Το να βρεις καβούκι δεν ήταν εύκολο πράγμα, πήγαινα στην κόκκινη πέτρα όπου οι αετοί τις άφηναν από ψηλά και πολλά δεν έσπαζαν αλλά χάνανε τη ζωή και με τον καιρό έμενε σκέτο το καβούκι, απ εκεί πάνω στο καβούκι έφθανα στις πηγές του ποταμού Μάτι (παιδική χαρά η φύση) και στο γυρισμό με τα γίδια το βράδυ στο μαντρί ανηφόριζα με το καβούκι στον ώμο, αναπόσπαστο εργαλείο προς χρήση για την άλλη μέρα . Και ήταν το ποτάμι η ζωή μου διότι στις άκρες, εκτός από το κολύμπι τα ψάρια, τα χέλια, φύτρωνε και σέλινο για τις σαλάτες μας το καλοκαίρι. ( Πιστεύω και σήμερα να υπάρχει). Υπήρχε και μεγάλος πληθυσμός σκορπιών , το βράδυ παρόλο που κοιμόμουν σε τσαρδάκι , ανέβαιναν επάνω και τρυπώνανε στο κοντό παντελονάκι καμιά δεκαριά(τέλεια εξοικείωση). Το πρωί με μεγάλη προσοχή σηκωνόμουν τίναζα το παντελονάκι χωρίς να με τσιμπήσουν, θα μου πείτε ήταν δυνατό; Ναι – ήταν, μόνο ο Θανάσης ο αδελφός μου θυμάμαι μια βραδιά χρειάστηκε να τον πάνε στο Νοσοκομείο στη Λάρισα. Τι να πρωτοθυμηθώ τα ατίθασα μικρά μπάλια άλογα (κόκκινα με την άσπρη βούλα στο μέτωπο) του θείου Παναγιώτη που θέλησα να δαμάσω στα 6 μου ένα πολύ άγριο σαν τον Βουκεφάλα του Μ. Αλεξάνδρου που μόλις κατάφερα να ανέβω πήρε την κατηφόρα κι εγώ κρατώντας την χαίτη προσπαθούσα να αποφεύγω τα παλιούρια απ όπου περνούσε ξυστά ανάμεσά τους και προς καλή μου τύχη δεν με έριξε αλλά όταν κατέβηκα δεν είχε μείνει παντελονάκι , πρόσωπο, χέρια, γόνατα όλα ματωμένα . Ήταν και αυτό ένα παιχνίδι στη φύση μιας και δεν υπήρχαν άλλες υποδομές παιδικής χαράς. Αξέχαστη μου μένει η εικόνα όταν μετά το σχολείο έφθανα αργά τη νύχτα κοντά στο μαντρί στις γελαδαρές το χειμώνα, και τα καλοκαίρια στο Μαρκέζι ψηλά στον Όλυμπο , ή στην κόκκινη πέτρα πάνω από τις πηγές και κοντά στο Βοτανοχώρι , ή στην Πετρόστρουγκα, 4 με 5 τσομπανόσκυλα που είχαμε μόλις αντιλαμβάνονταν τον θόρυβο των ζώων με τα οποία πλησίαζα, έτρεχαν με λύσσα προς το μέρος μου και μόλις έφθαναν στα 50 μέτρα με αναγνώριζαν και κοκαλώνανε για να με προϋπαντήσουν με τα μπροστινά τους πόδια επάνω όρθια στη σειρά σαν νυφίτσες περνούσα από μπροστά τους και μου γλυφαν το μάγουλό μου, και εγώ με συγκίνηση έδινα το χέρι στο καθένα προς ανταπόδοση της αγάπης μου προς αυτά. Μια εικόνα που όταν η μνήμη μου την ανακαλεί συγκινούμαι. Γενάρη μήνα όταν τελείωνε η γέννα είχαμε έτοιμο το τσάρκο ( ειδικό ζεστό καλυβάκι) για να βάλουμε τα μικρά κατσικάκια μέσα. Ήταν η μυρουδιά τους τόσο έντονη από την κουλιάστρα των μανάδων (το πρωτόγαλο πηχτό) που μια βραδιά με πήρε ευχάριστα ο ύπνος μαζί τους στο τσάρκο. Το πρωί όταν τα βγάζαμε για θηλασμό γινόταν πανδαισία μουσικών βελασμάτων για να βρει το καθένα τη μάνα του. Μετά το άρμεγμα το πρωί φόρτωνα το γάλα και κατέβαινα στο χωριό, μόλις έφθανα στην πλατεία του χωριού άφηνα τα γαϊδουράκια μόνα τους να πάνε στο τυροκομείο του αξιόλογου Θανάση Καράτζιου ο οποίος μέτραγε το γάλα έβαζε το τεφτέρι στον τρουβά και άφηνε τα γαϊδουράκια να πάνε μόνα τους στο πατρικό μου και εγώ πήγαινα στην τάξη χωρίς βιβλία. Δάσκαλο είχαμε τον Κωνσταντίνο Μπούκα από το Βόλο, ο οποίος δεν άρχιζε το μάθημα και προς τιμή του, αν δεν έμπαινα στην τάξη, αυτός όχι μόνο μας δίδαξε την χρήση της Ελληνική γλώσσας αλλά διαμόρφωσε τους χαρακτήρες μας, το σπουδαιότερο όπλο για την ζωή και την κοινωνία. Θα μου πείτε τώρα συνέβαιναν αυτά με τα νοήμονα γαϊδουράκια να έκαναν το δρομολόγιο από την πλατεία στο γαλακτοκομείο και από εκεί στο σπίτι ωσάν να το είχαν χαράξει με GPS ; Ναι η επιβεβαίωση μπορεί να γίνει από τους προαναφερόμενους. Τις λίγες ώρες που είχα στη διάθεσή μου έκανα το διάβασμα με τον αγαπητό μου φίλο Ευθύμιο Μπέλτσιο από τα δικά του βιβλία , έτσι εγώ χωρίς βιβλία και γομολάστιχες έφθασα στην έκτη Δημοτικού για να βαθμολογηθούμε με 10 μαζί με τον Θύμιο ο οποίος ήταν πρώτος στην τάξη . Στην παρέα όμως είχαμε και τον στενό μας κοινό φίλο, τον συγχωρεμένο Μιχάλη Κόκκορα ,χάθηκε στη στροφή στο Πουρνάρι και από εκείνη την ημέρα το μεγάλο ρολόι του καμπαναριού, της πολιούχου Ζωοδόχου Πηγής ,που ήταν ορατό από μεγάλη απόσταση, έπαυσε να χτυπάει για καιρό γιατί χάθηκε ο μάστοράς του, ο άνθρωπος που το διόρθωνε και το συντηρούσε. Κατά τις απολυτήριες εξετάσεις στον Μιχάλη, ο Δάσκαλος είχε βάλει 8, οπότε η αντίδρασή μας ήταν ακαριαία, ζητήσαμε να βάλει και σε μας 8 τόση ήταν η φιλία μας που όλα τα μοιραζόμασταν !!! Και σαν γνήσιος και αληθινός Δάσκαλος με πραγματικό παιδαγωγικό συναίσθημα και ψυχολογία σχίζει το απολυτήριο του Μιχάλη και γράφει νέο με βαθμό 10. Με τον Θύμιο πιστοί φίλοι από τα προσχολικά μας χρόνια παραμένουμε ακόμα και σήμερα με τα ίδια όπως τότε αισθήματα αγάπης και φιλίας. Στη Βικιπαίδεια πρόσθεσα και ολοκλήρωσα την όλη Ιστορία του χωριού, αν μπορείτε αξιοποιήστε τα με τον δικό σας ωραίο τρόπο. εσείς οι νέοι είσθε η ΕΛΠΙΔΑ μας . Δημήτρης Βόγγολης 2014

20260121

Ασκήσεις

ΑΣΚΗΣΕΙΣ Περπατώ και τραγουδώ=Βαδίζω καὶ ἀείδω.ή βαίνω και αείδω Η οργή σου μου κατέστρεψε την ζωή μου =Ἡ ὀργή σου τὴν ἐμὴν ζωήν ὤλεσε. Ἡ μῆνίς σου τὴν ἐμὴν ζωήν ὤλεσε. ἐμός, ἐμή, ἐμόν=(σημαίνει: δικός μου, δική μου, δικό μου) Τὸ ἐμὸν οἴκημα τοῦτό ἐστιν.= «Το δικό μου σπίτι είναι αυτό εδώ.»Αυτό το κείμενο παραπάνω θα το αντιγράψεις και θα μου το στείλεις. 🎶 Ἀείδω — Όλοι οι χρόνοι (Οριστική) 🌟 Ενεργητική φωνή Ενεστώτας ἀείδω ἀείδεις ἀείδει ἀείδομεν ἀείδετε ἀείδουσι(ν) Παρατατικός ᾖδον ᾖδες ᾖδε(ν) ᾖδομεν ᾖδετε ᾖδον Μέλλοντας ᾄσομαι / ἀείσω ᾄσῃ / ἀείσεις ᾄσει / ἀείσει ᾀσόμεθα / ἀείσομεν ᾄσεσθε / ἀείσετε ᾄσονται / ἀείσουσι(ν) (Ο μέλλοντας έχει και συντετμημένη μορφή ᾄσομαι.) Αόριστος ᾖσα ᾖσας ᾖσε(ν) ᾖσαμεν ᾖσατε ᾖσαν Παρακείμενος ᾖδα ᾖδας ᾖδε(ν) ᾖμεν ᾖτε ᾖσι(ν) Υπερσυντέλικος ᾖδη ᾖδης ᾖδει(ν) ᾖδεμεν ᾖδετε ᾖδεσαν 🌿 Μέση – Παθητική φωνή Ενεστώτας ἀείδομαι ἀείδῃ ἀείδεται ἀειδόμεθα ἀείδεσθε ἀείδονται Παρατατικός ᾠδούμην ᾠδοῦ ᾠδεῖτο ᾠδούμεθα ᾠδεῖσθε ᾠδοῦντο Μέλλοντας ᾄσομαι ᾄσῃ ᾄσεται ᾀσόμεθα ᾄσεσθε ᾄσονται Αόριστος (μέσος) ᾐσάμην ᾔσω ᾔσατο ᾐσάμεθα ᾔσασθε ᾔσαντο (Παθητικός αόριστος δεν απαντάται.) Παρακείμενος – Παθητικός ᾖσμαι ᾖσαι ᾖσται ᾖσμεθα ᾖσθε ᾖσται Υπερσυντέλικος – Παθητικός ᾖσμην ᾖσο ᾖστο ᾖσμεθα ᾖσθε ᾖντο ὄλλυμι — Κλίση στους χρόνους (Οριστική) 🌟 Ενεργητική φωνή Ενεστώτας ὄλλυμι ὄλλυς ὄλλυσι(ν) ὄλλυμεν ὄλλυτε ὄλλυσι(ν) Παρατατικός ὤλλυν ὤλλυς ὤλλυ ὤλλυμεν ὤλλυτε ὤλλυον Μέλλοντας ὀλέσω ὀλέσεις ὀλέσει ὀλέσομεν ὀλέσετε ὀλέσουσι(ν) Αόριστος ὤλεσα ὤλεσας ὤλεσε(ν) ὠλέσαμεν ὠλέσατε ὤλεσαν Παρακείμενος ὀλώλεκα ὀλώλεκας ὀλώλεκε(ν) ὀλωλέκαμεν ὀλωλέκατε ὀλώλεκαν Υπερσυντέλικος ὠλωλέκη ὠλωλέκης ὠλωλέκει(ν) ὠλωλέκεμεν ὠλωλέκετε ὠλωλέκεσαν 🌿 Μέση – Παθητική φωνή Ενεστώτας ὄλλυμαι ὄλλυσαι ὄλλυται ὀλλύμεθα ὄλλυσθε ὄλλυνται Παρατατικός ὠλλύμην ὤλλυσο ὤλλυτο ὠλλύμεθα ὤλλυσθε ὤλλυντο Μέλλοντας ὀλοῦμαι ὀλοῦ ὀλεῖται ὀλούμεθα ὀλεῖσθε ὀλοῦνται Αόριστος (μέσος) ὠλόμην ὤλου ὤλετο ὠλόμεθα ὤλεσθε ὤλοντο Παρακείμενος – Παθητικός ὄλωλα ὄλωλας ὄλωλε(ν) ὄλωλαμεν ὄλωλατε ὄλωλαν (σημασία: «είμαι χαμένος, έχω αφανιστεί») Υπερσυντέλικος – Παθητικός ὠλώλειν ὠλώλεις ὠλώλει ὠλώλειμεν ὠλώλειτε ὠλώλεισαν

ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΔΑ με δάσκαλο τον Δημήτρη Βόγγολη.

20260112

Σχολικό Θεατρικό ΙΙ «Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο» προέρχεται από το φιλοσοφικό δοκίμιο του Αλμπέρ Καμύ «Ο Μύθος του Σίσυφου» (Le Mythe de Sisyphe), που εκδόθηκε το 1942. Σε αυτό το έργο, ο Καμύ εξερευνά την έννοια του παραλόγου και την ανθρώπινη αναζήτηση νοήματος σε έναν κόσμο που δεν προσφέρει απαντήσεις. Ο Σίσυφος, καταδικασμένος να σπρώχνει αιώνια έναν βράχο στην κορυφή ενός βουνού μόνο για να τον βλέπει να κυλά ξανά προς τα κάτω, γίνεται το σύμβολο του ανθρώπου που, παρά την ατέρμονη και μάταιη προσπάθεια, επιλέγει να ζήσει με επίγνωση και αξιοπρέπεια. Ο Καμύ καταλήγει πως η συνειδητή αποδοχή της μοίρας και η εξέγερση απέναντι στην παραλλαγή της ύπαρξης είναι η πηγή μιας βαθιάς, σχεδόν ηρωικής ευτυχίας. Εδώ παρουσιάζουμε την ίδια τη Σισύφεια αλήθεια σαν να ήταν δύο φωνές μέσα μας: μία που αγωνίζεται και μία που αμφισβητεί. 🗣️ Διάλογος: «Δύο Φωνές ο Σίσυφος και η σκιά του » Σίσυφος: Κάθε πρωί, ο ίδιος βράχος. Κάθε βράδυ, η ίδια πτώση. Μα δεν είμαι δέσμιος της πέτρας, είμαι εκείνος που την ορίζει. Σκιά του Σίσυφου: Και γιατί; Γιατί να τον ανεβάζεις ξανά; Δεν κουράστηκες; Σίσυφος: Κουράστηκα. Μα μέσα στην κούραση, γεννιέται η συνείδηση. Δεν είναι η κορυφή που ζητώ—είναι το βήμα. Σκιά: Τότε είσαι τυφλός. Τυφλός από πείσμα ή από φόβο; Σίσυφος: Ίσως από ελπίδα. Κι αν ο κόσμος είναι κύκλος, κάθε μου ώθηση αφήνει ένα ίχνος. Ίσως για κάποιον άλλον. Ίσως για μένα. Σκιά: Εσύ είσαι η μοίρα σου λοιπόν; Δεν υπάρχει σωτηρία; Σίσυφος: Η σωτηρία δεν είναι να τελειώσει ο βράχος. Είναι να κοιτάζω την πτώση και να μην γίνομαι στάχτη. Να λέω: «είμαι εδώ ακόμα.» κατεβαίνει ο Σίσυφος την πλαγιά, όχι πια μόνος, αλλά με την εσωτερική φωνή του να αποκτά πρόσωπο. Σε αυτή τη δεύτερη σκηνή, μεταφερόμαστε μετά την πτώση του βράχου… εκεί που το φως είναι λιγότερο, αλλά η αλήθεια πιο έντονη. 🎭 Σκηνή ΙΙ: «Η Πτώση και το Χάραμα» (Σκοτεινό φόντο. Ο Σίσυφος κάθεται δίπλα στον βράχο. Η Σκιά τον πλησιάζει αργά.) Σκιά :Το φως έσβησε… και μαζί του η βεβαιότητα. Τι έχεις τώρα, εκτός από το βάρος; Σίσυφος: Το βάρος είναι αυτό που με θυμάται. Αν μείνω ακίνητος, χάνομαι. Αν προχωρήσω είμαι ελαφρύτερος. Σκιά: Κι αν κάθε βήμα είναι χωρίς νόημα; Σίσυφος :Τότε φτιάχνω νόημα εγώ. Όπως ο ποιητής δεν περιμένει έμπνευση, αλλά γράφει στη σιωπή. Σκιά: Είσαι εσύ ο ποιητής της πέτρας; Σίσυφος Ίσως. Ίσως αυτή η πέτρα είναι το ποίημα που δεν τελειώνει ποτέ. (Αργά, μια ακτίνα φωτός πέφτει στον βράχο. Η Σκιά αρχίζει να ξεθωριάζει.) Σκιά: Κι αν μια μέρα ο βράχος δεν ξαναπέσει; Σίσυφος: Τότε θα πάω να τον φέρω πίσω. Γιατί μέσα στη δράση βρήκα τον εαυτό μου, όχι στη λύτρωση. ο Σίσυφος συναντά κάποιον άλλο, ίσως έναν άνθρωπο της πόλης, που αγνοεί τον μύθο αλλά ζει τη δική του σισύφεια αλήθεια χωρίς να το ξέρει; • Όμως η πράξη αυτή δεν είναι τιμωρία. Είναι καθρέφτης της ανθρώπινης προσπάθειας: δουλειά, προσπάθεια, έρωτας, δημιουργία—τίποτα δεν μένει για πάντα, και όμως το ξανακάνουμε. • Η συνείδηση μέσα στην ματαιότητα Το σημαντικό είναι πως ο Σίσυφος γνωρίζει. Κάθε φορά που ο βράχος γλιστρά, εκείνος αναγνωρίζει τη μοίρα του. Αυτή η συνείδηση τον κάνει όχι θύμα, αλλά ήρωα της αντίστασης. Όπως κι εμείς, όταν καταλαβαίνουμε την ματαιότητα, αλλά συνεχίζουμε να ζούμε με πάθος. • Η ελευθερία μέσα στην επανάληψη Ο Καμύ. λέει: «Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο.» Όχι γιατί δεν υποφέρει, αλλά γιατί επιλέγει να βρίσκει νόημα στη δική του πορεία, μέσα στην επανάληψη. Το ίδιο και εμείς: μέσα στην καθημερινότητα, μπορούμε να διαλέξουμε το πώς θα νοηματοδοτήσουμε τη ζωή μας. • Δημήτρης Βόγγολης 2025
Βόγγολης Δημήτρης Αγαπημένα · 18 Δεκεμβρίου 2025 στις 8:25 μ.μ. · Του Δημήτρη Βόγγολη Σπεύσιππος και οι Ειδητικοί Αριθμοί του Πλάτωνος Το 348 π.Χ ο Σπεύσιππος διαδέχθηκε ως ανιψιός του Πλάτωνος την διεύθυνση της Ακαδημίας Αθηνών, όπου παρέμεινε μέχρι το 339 π.Χ. Κατά την εποχή εκείνη ελέγετο ότι κανείς δεν μπορούσε ν ανταποδώσει στις ατάκες του Διογένη ο οποίος ήτο αναρχικός στη σκέψη και την πράξη, κοσμοπολίτης που γύριζε αδέσποτος εντός και εκτός Αττικής, μα πάνω απ' όλα φιλόσοφος performer με απαράμιλλο ταλέντο στην πανηγυρική γελοιοποίηση και διάλυση κάθε αξίας και θεσμού της οργανωμένης κοινωνίας, αλλά βρήκε τον δάσκαλό του από τον Σπεύσιππο. Πράξη Α΄ – Η Ακαδημία Σκηνικό: Κήπος με κίονες, φορείο, μαθητές γύρω. Φωτισμός χρυσαφένιος. Σκηνή 1: (Ο Σπεύσιππος μεταφέρεται σε φορείο από μαθητές. Ο Διογένης μπαίνει με ραβδί.) Διογένης: «Τι την θέλεις τη ζωή σου, Σπεύσιππε, να διδάσκεις χωρίς πόδια;» Σπεύσιππος: «Ο Νους μεταδίδει διδασκαλίαν, και όχι οι πόδες.»(ιστορική ατάκα) (Ο Χορός γελά και χειροκροτεί. Ο Διογένης μένει σιωπηλός.) Πράξη Β΄ – Το Πανδοχείο Σκηνικό: Σκοτεινό καπηλειό με τραπέζια, κόκκινα φώτα, ήχοι αυλού. Σκηνή 1: (Ο Διογένης βλέπει τον Δημοσθένη να κρύβεται.) Διογένης: «Δημοσθένη, όσο περισσότερο μπαίνεις μέσα, τόσο περισσότερο βυθίζεσαι!» (Ο Χορός γελά, ο Δημοσθένης φεύγει ντροπιασμένος.) Πράξη Γ΄ – Η Φιλοσοφική Αντιπαράθεση Σκηνικό: Κήπος της Ακαδημίας. Πράσινος φωτισμός, ήχοι πουλιών. Δύο καθίσματα αντικριστά. Σκηνή: Στην αγορά της Αθήνας Ο Δημοσθένης περπατάει με σοβαρότητα, κρατώντας ειλητάρια λόγων. Ξαφνικά, στη γωνία, βλέπει τον Διογένη να βγαίνει από το πιθάρι του, με το βλέμμα του να λάμπει ειρωνικά. Διογένης (με σαρκασμό): «Ω, Δημοσθένη! Πάλι με λόγια γεμίζεις τον αέρα; Ήρθες να πείσεις και τα περιστέρια;» Δημοσθένης (τρομαγμένος, ψιθυρίζει): «Αλίμονο… ο κυνικός! Αν αρχίσει να με ξεγυμνώνει με τα λόγια του, θα γίνω περίγελως…» Κοιτάζει γύρω του, και πριν καν ο Διογένης προλάβει να πλησιάσει, ο Δημοσθένης μαζεύει τα ειλητάρια του και τρέχει να κρυφτεί πίσω από μια στοά. Διογένης (γελώντας δυνατά): «Να λοιπόν ο ρήτορας που φοβάται την αλήθεια! Ούτε οι λόγοι του δεν τον σώζουν από τον ίδιο του τον φόβο.» (ο ρήτορας που τρέχει να κρυφτεί μπροστά στον κυνικό φιλόσοφο, σαν να παραδέχεται ότι η δύναμη του λόγου δεν αρκεί απέναντι στην ωμή ελευθερία του Διογένη). Σκηνή 1: Σπεύσιππος: «Το Εν και η Αόριστη Δυάς γεννούν τους Ειδητικούς Αριθμούς. Από αυτούς προκύπτουν τα αισθητά.» Διογένης: «Αριθμοί, επίπεδα, σκαλοπάτια! Μα η ζωή είναι απλή: ψωμί, κρασί και λίγη σκιά.» Σπεύσιππος: «Εγώ αποποιούμαι την θεωρία του Πλάτωνος. Αναγνωρίζω μόνο τους μαθηματικούς αριθμούς. Το Αγαθό δεν υπάρχει εξ αρχής· είναι προϊόν εξελικτικής πορείας.» «Άρα το Αγαθό σου χρειάζεται χρόνο για να ψηθεί, σαν φακές στο καζάνι!» (Ο Χορός γελά, αλλά αναγνωρίζει τη σοβαρότητα του Σπεύσιππου.) Πράξη Δ΄ – Η Πυθαγορική Αριθμολογία Σκηνικό: Σκηνή με μεγάλους φωτισμένους αριθμούς (1–10) που ανάβουν όταν αναφέρονται. Σκηνή 1: Σπεύσιππος: «10: το Αγαθό, 9: η Κίνηση, 8: ο Έρως, 7: η Νόηση, 6: η Ζωή, 5: τα Αισθητά, 4: τα Γεωμετρικά, 3: ο Μαθηματικός Αριθμός, 2: το Άπειρο, 1: η Ενότητα.» Διογένης: «Κι εγώ λέω: 1 πιθάρι για σπίτι, 2 χέρια για να ζητιανεύω, 3 σκυλιά για παρέα!» (Ο Χορός σχολιάζει: «Ο Διογένης γελοιοποιεί, ο Σπεύσιππος θεμελιώνει.») Πράξη Ε΄ – Επίλογος Σκηνικό: Σκοτεινό σκηνικό, μπλε φωτισμός σαν νυχτερινός ουρανός, γραφείο με πάπυρο. Σκηνή 1: (Σπεύσιππος γράφει επιστολή προς τον Βασιλιά Φίλιππο Β΄.) Διογένης: «Γράφεις σε βασιλιάδες, Σπεύσιππε; Εγώ γράφω μόνο στον άνεμο.»