20260203
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΡΟΥΚΟΥΜΟΥΚΟΥ: ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑ
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΡΟΥΚΟΥΜΟΥΚΟΥ: ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑ: ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΘΕΜΑΤΑ
20260201
20260121
Ασκήσεις
ΑΣΚΗΣΕΙΣ
Περπατώ και τραγουδώ=Βαδίζω καὶ ἀείδω.ή βαίνω και αείδω
Η οργή σου μου κατέστρεψε την ζωή μου =Ἡ ὀργή σου τὴν ἐμὴν ζωήν ὤλεσε. Ἡ μῆνίς σου τὴν ἐμὴν ζωήν ὤλεσε.
ἐμός, ἐμή, ἐμόν=(σημαίνει: δικός μου, δική μου, δικό μου)
Τὸ ἐμὸν οἴκημα τοῦτό ἐστιν.= «Το δικό μου σπίτι είναι αυτό εδώ.»Αυτό το κείμενο παραπάνω θα το αντιγράψεις και θα μου το στείλεις.
🎶 Ἀείδω — Όλοι οι χρόνοι (Οριστική)
🌟 Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
ἀείδω
ἀείδεις
ἀείδει
ἀείδομεν
ἀείδετε
ἀείδουσι(ν)
Παρατατικός
ᾖδον
ᾖδες
ᾖδε(ν)
ᾖδομεν
ᾖδετε
ᾖδον
Μέλλοντας
ᾄσομαι / ἀείσω
ᾄσῃ / ἀείσεις
ᾄσει / ἀείσει
ᾀσόμεθα / ἀείσομεν
ᾄσεσθε / ἀείσετε
ᾄσονται / ἀείσουσι(ν)
(Ο μέλλοντας έχει και συντετμημένη μορφή ᾄσομαι.)
Αόριστος
ᾖσα
ᾖσας
ᾖσε(ν)
ᾖσαμεν
ᾖσατε
ᾖσαν
Παρακείμενος
ᾖδα
ᾖδας
ᾖδε(ν)
ᾖμεν
ᾖτε
ᾖσι(ν)
Υπερσυντέλικος
ᾖδη
ᾖδης
ᾖδει(ν)
ᾖδεμεν
ᾖδετε
ᾖδεσαν
🌿 Μέση – Παθητική φωνή
Ενεστώτας
ἀείδομαι
ἀείδῃ
ἀείδεται
ἀειδόμεθα
ἀείδεσθε
ἀείδονται
Παρατατικός
ᾠδούμην
ᾠδοῦ
ᾠδεῖτο
ᾠδούμεθα
ᾠδεῖσθε
ᾠδοῦντο
Μέλλοντας
ᾄσομαι
ᾄσῃ
ᾄσεται
ᾀσόμεθα
ᾄσεσθε
ᾄσονται
Αόριστος (μέσος)
ᾐσάμην
ᾔσω
ᾔσατο
ᾐσάμεθα
ᾔσασθε
ᾔσαντο
(Παθητικός αόριστος δεν απαντάται.)
Παρακείμενος – Παθητικός
ᾖσμαι
ᾖσαι
ᾖσται
ᾖσμεθα
ᾖσθε
ᾖσται
Υπερσυντέλικος – Παθητικός
ᾖσμην
ᾖσο
ᾖστο
ᾖσμεθα
ᾖσθε
ᾖντο
ὄλλυμι — Κλίση στους χρόνους (Οριστική)
🌟 Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
ὄλλυμι
ὄλλυς
ὄλλυσι(ν)
ὄλλυμεν
ὄλλυτε
ὄλλυσι(ν)
Παρατατικός
ὤλλυν
ὤλλυς
ὤλλυ
ὤλλυμεν
ὤλλυτε
ὤλλυον
Μέλλοντας
ὀλέσω
ὀλέσεις
ὀλέσει
ὀλέσομεν
ὀλέσετε
ὀλέσουσι(ν)
Αόριστος
ὤλεσα
ὤλεσας
ὤλεσε(ν)
ὠλέσαμεν
ὠλέσατε
ὤλεσαν
Παρακείμενος
ὀλώλεκα
ὀλώλεκας
ὀλώλεκε(ν)
ὀλωλέκαμεν
ὀλωλέκατε
ὀλώλεκαν
Υπερσυντέλικος
ὠλωλέκη
ὠλωλέκης
ὠλωλέκει(ν)
ὠλωλέκεμεν
ὠλωλέκετε
ὠλωλέκεσαν
🌿 Μέση – Παθητική φωνή
Ενεστώτας
ὄλλυμαι
ὄλλυσαι
ὄλλυται
ὀλλύμεθα
ὄλλυσθε
ὄλλυνται
Παρατατικός
ὠλλύμην
ὤλλυσο
ὤλλυτο
ὠλλύμεθα
ὤλλυσθε
ὤλλυντο
Μέλλοντας
ὀλοῦμαι
ὀλοῦ
ὀλεῖται
ὀλούμεθα
ὀλεῖσθε
ὀλοῦνται
Αόριστος (μέσος)
ὠλόμην
ὤλου
ὤλετο
ὠλόμεθα
ὤλεσθε
ὤλοντο
Παρακείμενος – Παθητικός
ὄλωλα
ὄλωλας
ὄλωλε(ν)
ὄλωλαμεν
ὄλωλατε
ὄλωλαν
(σημασία: «είμαι χαμένος, έχω αφανιστεί»)
Υπερσυντέλικος – Παθητικός
ὠλώλειν
ὠλώλεις
ὠλώλει
ὠλώλειμεν
ὠλώλειτε
ὠλώλεισαν
20260119
20260112
Σχολικό Θεατρικό ΙΙ
«Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο» προέρχεται από το φιλοσοφικό δοκίμιο του Αλμπέρ Καμύ «Ο Μύθος του Σίσυφου» (Le Mythe de Sisyphe), που εκδόθηκε το 1942.
Σε αυτό το έργο, ο Καμύ εξερευνά την έννοια του παραλόγου και την ανθρώπινη αναζήτηση νοήματος σε έναν κόσμο που δεν προσφέρει απαντήσεις. Ο Σίσυφος, καταδικασμένος να σπρώχνει αιώνια έναν βράχο στην κορυφή ενός βουνού μόνο για να τον βλέπει να κυλά ξανά προς τα κάτω, γίνεται το σύμβολο του ανθρώπου που, παρά την ατέρμονη και μάταιη προσπάθεια, επιλέγει να ζήσει με επίγνωση και αξιοπρέπεια.
Ο Καμύ καταλήγει πως η συνειδητή αποδοχή της μοίρας και η εξέγερση απέναντι στην παραλλαγή της ύπαρξης είναι η πηγή μιας βαθιάς, σχεδόν ηρωικής ευτυχίας.
Εδώ παρουσιάζουμε την ίδια τη Σισύφεια αλήθεια σαν να ήταν δύο φωνές μέσα μας: μία που αγωνίζεται και μία που αμφισβητεί.
🗣️ Διάλογος: «Δύο Φωνές ο Σίσυφος και η σκιά του »
Σίσυφος: Κάθε πρωί, ο ίδιος βράχος. Κάθε βράδυ, η ίδια πτώση. Μα δεν είμαι δέσμιος της πέτρας, είμαι εκείνος που την ορίζει.
Σκιά του Σίσυφου: Και γιατί; Γιατί να τον ανεβάζεις ξανά; Δεν κουράστηκες;
Σίσυφος: Κουράστηκα. Μα μέσα στην κούραση, γεννιέται η συνείδηση. Δεν είναι η κορυφή που ζητώ—είναι το βήμα.
Σκιά: Τότε είσαι τυφλός. Τυφλός από πείσμα ή από φόβο;
Σίσυφος: Ίσως από ελπίδα. Κι αν ο κόσμος είναι κύκλος, κάθε μου ώθηση αφήνει ένα ίχνος. Ίσως για κάποιον άλλον. Ίσως για μένα.
Σκιά: Εσύ είσαι η μοίρα σου λοιπόν; Δεν υπάρχει σωτηρία;
Σίσυφος: Η σωτηρία δεν είναι να τελειώσει ο βράχος. Είναι να κοιτάζω την πτώση και να μην γίνομαι στάχτη. Να λέω: «είμαι εδώ ακόμα.»
κατεβαίνει ο Σίσυφος την πλαγιά, όχι πια μόνος, αλλά με την εσωτερική φωνή του να αποκτά πρόσωπο. Σε αυτή τη δεύτερη σκηνή, μεταφερόμαστε μετά την πτώση του βράχου… εκεί που το φως είναι λιγότερο, αλλά η αλήθεια πιο έντονη.
🎭 Σκηνή ΙΙ: «Η Πτώση και το Χάραμα»
(Σκοτεινό φόντο. Ο Σίσυφος κάθεται δίπλα στον βράχο. Η Σκιά τον πλησιάζει αργά.)
Σκιά :Το φως έσβησε… και μαζί του η βεβαιότητα. Τι έχεις τώρα, εκτός από το βάρος;
Σίσυφος: Το βάρος είναι αυτό που με θυμάται. Αν μείνω ακίνητος, χάνομαι. Αν προχωρήσω είμαι ελαφρύτερος.
Σκιά: Κι αν κάθε βήμα είναι χωρίς νόημα;
Σίσυφος :Τότε φτιάχνω νόημα εγώ. Όπως ο ποιητής δεν περιμένει έμπνευση, αλλά γράφει στη σιωπή.
Σκιά: Είσαι εσύ ο ποιητής της πέτρας;
Σίσυφος Ίσως. Ίσως αυτή η πέτρα είναι το ποίημα που δεν τελειώνει ποτέ.
(Αργά, μια ακτίνα φωτός πέφτει στον βράχο. Η Σκιά αρχίζει να ξεθωριάζει.)
Σκιά: Κι αν μια μέρα ο βράχος δεν ξαναπέσει;
Σίσυφος: Τότε θα πάω να τον φέρω πίσω. Γιατί μέσα στη δράση βρήκα τον εαυτό μου, όχι στη λύτρωση.
ο Σίσυφος συναντά κάποιον άλλο, ίσως έναν άνθρωπο της πόλης, που αγνοεί τον μύθο αλλά ζει τη δική του σισύφεια αλήθεια χωρίς να το ξέρει;
• Όμως η πράξη αυτή δεν είναι τιμωρία. Είναι καθρέφτης της ανθρώπινης προσπάθειας: δουλειά, προσπάθεια, έρωτας, δημιουργία—τίποτα δεν μένει για πάντα, και όμως το ξανακάνουμε.
• Η συνείδηση μέσα στην ματαιότητα Το σημαντικό είναι πως ο Σίσυφος γνωρίζει. Κάθε φορά που ο βράχος γλιστρά, εκείνος αναγνωρίζει τη μοίρα του. Αυτή η συνείδηση τον κάνει όχι θύμα, αλλά ήρωα της αντίστασης. Όπως κι εμείς, όταν καταλαβαίνουμε την ματαιότητα, αλλά συνεχίζουμε να ζούμε με πάθος.
• Η ελευθερία μέσα στην επανάληψη Ο Καμύ. λέει: «Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο.» Όχι γιατί δεν υποφέρει, αλλά γιατί επιλέγει να βρίσκει νόημα στη δική του πορεία, μέσα στην επανάληψη. Το ίδιο και εμείς: μέσα στην καθημερινότητα, μπορούμε να διαλέξουμε το πώς θα νοηματοδοτήσουμε τη ζωή μας.
• Δημήτρης Βόγγολης 2025
Βόγγολης Δημήτρης
Αγαπημένα
·
18 Δεκεμβρίου 2025 στις 8:25 μ.μ.
·
Του Δημήτρη Βόγγολη
Σπεύσιππος και οι Ειδητικοί Αριθμοί του Πλάτωνος
Το 348 π.Χ ο Σπεύσιππος διαδέχθηκε ως ανιψιός του Πλάτωνος την διεύθυνση της Ακαδημίας Αθηνών, όπου παρέμεινε μέχρι το 339 π.Χ.
Κατά την εποχή εκείνη ελέγετο ότι κανείς δεν μπορούσε ν ανταποδώσει στις ατάκες του Διογένη ο οποίος ήτο αναρχικός στη σκέψη και την πράξη, κοσμοπολίτης που γύριζε αδέσποτος εντός και εκτός Αττικής, μα πάνω απ' όλα φιλόσοφος performer με απαράμιλλο ταλέντο στην πανηγυρική γελοιοποίηση και διάλυση κάθε αξίας και θεσμού της οργανωμένης κοινωνίας, αλλά βρήκε τον δάσκαλό του από τον Σπεύσιππο.
Πράξη Α΄ – Η Ακαδημία
Σκηνικό: Κήπος με κίονες, φορείο, μαθητές γύρω. Φωτισμός χρυσαφένιος.
Σκηνή 1: (Ο Σπεύσιππος μεταφέρεται σε φορείο από μαθητές. Ο Διογένης μπαίνει με ραβδί.)
Διογένης: «Τι την θέλεις τη ζωή σου, Σπεύσιππε, να διδάσκεις χωρίς πόδια;»
Σπεύσιππος: «Ο Νους μεταδίδει διδασκαλίαν, και όχι οι πόδες.»(ιστορική ατάκα)
(Ο Χορός γελά και χειροκροτεί. Ο Διογένης μένει σιωπηλός.)
Πράξη Β΄ – Το Πανδοχείο
Σκηνικό: Σκοτεινό καπηλειό με τραπέζια, κόκκινα φώτα, ήχοι αυλού.
Σκηνή 1: (Ο Διογένης βλέπει τον Δημοσθένη να κρύβεται.)
Διογένης: «Δημοσθένη, όσο περισσότερο μπαίνεις μέσα, τόσο περισσότερο βυθίζεσαι!» (Ο Χορός γελά, ο Δημοσθένης φεύγει ντροπιασμένος.)
Πράξη Γ΄ – Η Φιλοσοφική Αντιπαράθεση
Σκηνικό: Κήπος της Ακαδημίας. Πράσινος φωτισμός, ήχοι πουλιών. Δύο καθίσματα αντικριστά.
Σκηνή: Στην αγορά της Αθήνας Ο Δημοσθένης περπατάει με σοβαρότητα, κρατώντας ειλητάρια λόγων. Ξαφνικά, στη γωνία, βλέπει τον Διογένη να βγαίνει από το πιθάρι του, με το βλέμμα του να λάμπει ειρωνικά.
Διογένης (με σαρκασμό): «Ω, Δημοσθένη! Πάλι με λόγια γεμίζεις τον αέρα; Ήρθες να πείσεις και τα περιστέρια;»
Δημοσθένης (τρομαγμένος, ψιθυρίζει): «Αλίμονο… ο κυνικός! Αν αρχίσει να με ξεγυμνώνει με τα λόγια του, θα γίνω περίγελως…»
Κοιτάζει γύρω του, και πριν καν ο Διογένης προλάβει να πλησιάσει, ο Δημοσθένης μαζεύει τα ειλητάρια του και τρέχει να κρυφτεί πίσω από μια στοά.
Διογένης (γελώντας δυνατά): «Να λοιπόν ο ρήτορας που φοβάται την αλήθεια! Ούτε οι λόγοι του δεν τον σώζουν από τον ίδιο του τον φόβο.»
(ο ρήτορας που τρέχει να κρυφτεί μπροστά στον κυνικό φιλόσοφο, σαν να παραδέχεται ότι η δύναμη του λόγου δεν αρκεί απέναντι στην ωμή ελευθερία του Διογένη).
Σκηνή 1:
Σπεύσιππος: «Το Εν και η Αόριστη Δυάς γεννούν τους Ειδητικούς Αριθμούς. Από αυτούς προκύπτουν τα αισθητά.»
Διογένης: «Αριθμοί, επίπεδα, σκαλοπάτια! Μα η ζωή είναι απλή: ψωμί, κρασί και λίγη σκιά.»
Σπεύσιππος: «Εγώ αποποιούμαι την θεωρία του Πλάτωνος. Αναγνωρίζω μόνο τους μαθηματικούς αριθμούς. Το Αγαθό δεν υπάρχει εξ αρχής· είναι προϊόν εξελικτικής πορείας.»
«Άρα το Αγαθό σου χρειάζεται χρόνο για να ψηθεί, σαν φακές στο καζάνι!»
(Ο Χορός γελά, αλλά αναγνωρίζει τη σοβαρότητα του Σπεύσιππου.)
Πράξη Δ΄ – Η Πυθαγορική Αριθμολογία
Σκηνικό: Σκηνή με μεγάλους φωτισμένους αριθμούς (1–10) που ανάβουν όταν αναφέρονται.
Σκηνή 1:
Σπεύσιππος: «10: το Αγαθό, 9: η Κίνηση, 8: ο Έρως, 7: η Νόηση, 6: η Ζωή, 5: τα Αισθητά, 4: τα Γεωμετρικά, 3: ο Μαθηματικός Αριθμός, 2: το Άπειρο, 1: η Ενότητα.»
Διογένης: «Κι εγώ λέω: 1 πιθάρι για σπίτι, 2 χέρια για να ζητιανεύω, 3 σκυλιά για παρέα!»
(Ο Χορός σχολιάζει: «Ο Διογένης γελοιοποιεί, ο Σπεύσιππος θεμελιώνει.»)
Πράξη Ε΄ – Επίλογος
Σκηνικό: Σκοτεινό σκηνικό, μπλε φωτισμός σαν νυχτερινός ουρανός, γραφείο με πάπυρο.
Σκηνή 1: (Σπεύσιππος γράφει επιστολή προς τον Βασιλιά Φίλιππο Β΄.)
Διογένης: «Γράφεις σε βασιλιάδες, Σπεύσιππε; Εγώ γράφω μόνο στον άνεμο.»
Βόγγολης Δημήτρης
Αγαπημένα
·
30 Νοεμβρίου 2025
·
Παλινωδία
Του Δημήτρη Βόγγολη
Η παλινωδία είναι μια λέξη που προήλθε από τον Στησίχορο όταν καταφέρθηκε στο πόνημά του εναντίον της ωραίας Ελένης σύροντάς της τα εξ αμάξης και τυφλώθηκε .Μετά από σκέψη οικτίρε τον εαυτόν του λέγοντας _ποιος είμαι εγώ να υβρίζω την θεά της ομορφιάς την λεπτοκαμωμένη την λυγερή και την γυναίκα της απέραντης ομορφιάς; έτσι επειδή έγραψε και πάλι την ωδή προέκυψε η πάλιν -ωδή=παλινωδία .(σαν το λέμε και ξελέμε)
Ο διάλογος συνδέει την παλινωδία του Στησίχορου με την εναλλακτική παράδοση του μύθου, όπου η Ελένη δεν πήγε ποτέ στην Τροία αλλά μόνο το είδωλό της. Έτσι, η ποίηση γίνεται όχι μόνο εξιλέωση αλλά και απο
κάλυψη της αλήθειας . Η ωραία Ελένη σαν μυθικό είδωλο στην αγκαλιά του Πάρη.
.
Διάλογος
Στησίχορος: Ω Μούσες, συγχωρήστε με! Στην πρώτη μου ωδή κατηγόρησα την Ελένη, την είπα αιτία συμφορών, και τυφλώθηκα, με βρήκε το σκοτάδι. Μα ύστερα κατάλαβα: ποιος είμαι εγώ να υβρίζω την θεά της ομορφιάς και η Θεά με ευσπλαχνίστηκε και έτσι βρήκα ξ ξανά το φως μου.
Φωνή της Ελένης (ή το Είδωλό της): Στησίχορε, η αλήθεια είναι πιο βαθιά. Ο Πάρης δεν με πήρε ποτέ στην Τροία. Μόνο το είδωλό μου, μια σκιά, μια μορφή πλάσματος θεϊκού, ταξίδεψε εκεί. Εγώ έμεινα στην Αίγυπτο, προστατευμένη από τον βασιλιά Πρωτέα.
Στησίχορος: Τώρα κατανοώ! Δεν ήταν η Ελένη που προκάλεσε τον πόλεμο, αλλά η πλάνη, η ψευδαίσθηση. Οι Έλληνες και οι Τρώες μάχονταν για μια σκιά, για ένα φάντασμα. Τι ειρωνεία της μοίρας!
Ελένη: Η αλήθεια αυτή είναι το μυστικό της δικαίωσής μου. Δεν ήμουν εγώ η αιτία της καταστροφής, αλλά η απάτη που έστησαν οι θεοί. Εσύ, Στησίχορε, με την παλινωδία σου, έδωσες φωνή στην αλήθεια.
Στησίχορος: Ας το μάθουν οι άνθρωποι: η ομορφιά δεν είναι φταίχτρα, αλλά η ψευδαίσθηση που γεννά η επιθυμία. Ο Πάρης αγκάλιασε το είδωλο, όχι την ψυχή σου. Και ο πόλεμος ήταν μάταιος, χτισμένος πάνω σε σκιές. 2025
(Το Όνομά του Τεισίας, μετέπειτα Στησίχορος (σημαίνει «αυτός που στήνει χορό»).
Έζησε στην Σικελία και Κάτω Ιταλία, εκπροσωπώντας τον ελληνισμό της Δύσης.
Ο Στησίχορος αποτελεί γέφυρα ανάμεσα στον Όμηρο και τη λυρική παράδοση. Μετέφερε το μεγαλείο του έπους στη σκηνή του χορού και της μουσικής, δίνοντας στους μύθους μια πιο ανθρώπινη και συγκινητική διάσταση
Σώζεται ένα μικρό κομμάτι της Παλινωδίας:
«οὐκ ἔστ’ ἔτυμος λόγος οὗτος, οὐδ’ ἔπλευσας ἐν νηυσὶν εὐσταθέσιν, οὐδ’ ἵκανες εἰς πέργαμον Τροίας.»
Μετάφραση:
«Δεν είναι αληθινός αυτός ο λόγος· δεν ταξίδεψες με γερά καράβια, ούτε έφτασες στην ακρόπολη της Τροίας.»
Ο Στησίχορος αναθεώρησε τον μύθο και έδωσε μια νέα εκδοχή, όπου η Ελένη δεν φέρει ευθύνη για τον πόλεμο.Αυτή η εκδοχή επηρέασε αργότερα τον Ευριπίδη (Ελένη) και τον Γοργία (Ελένης ἐγκώμιον).Η «αθώωση» της Ελένης δείχνει πώς οι ποιητές μπορούσαν να παίξουν με την παράδοση, να την αμφισβητήσουν και να προτείνουν νέες ερμηνείες..)
Του Δημήτρη Βόγγολη
ΜΕΡΟΠΗ ΠΡΩΤΟΛΕΙΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΓΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ
«Η Μερόπη και ο Σίσυφος – Το βάρος της σοφίας»
«Εμπνευσμένος από τα έργα του αγαπητού φίλου Ποιητού , συγγραφέα και Μαθηματικού κ. Θεόδωρου Δάλμαρη , αλλά και την σοφία της Ελληνικής μυθολογίας προσθέτω ένα ακόμη λιθαράκι στην διδασκαλία της διάδοσης της Ελληνικής Γλώσσας στον απόδημο Ελληνισμό και σε όποιον αγαπά τον πολιτισμό μας .(Θεατρικό μάθημα ιδεών)
Στην κορυφή ενός λευκού λόφου της αρχαίας Κορίνθου, η Μερόπη στεκόταν με το βλέμμα στραμμένο προς τη δύση. Δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα· ήταν Μούσα, θεά της γνώσης, της σοφίας, της πραότητας και του έρωτα. Το φως του ήλιου χαράκωνε τον χιτώνα της, ενώ η αύρα του πελάγους τη φίλευε με ψιθύρους των ανθρώπων που δεν γνώριζαν ακόμα την αρμονία.
Ο Σίσυφος, ο πολυμήχανος βασιλιάς της Κορίνθου που πρώτος ενδιαφέρετο για το κοινό καλό , πάλευε λίγο πιο πέρα με τον βράχο της μοίρας του. Όχι στον Άδη, όπως λένε οι μύθοι, αλλά στη ζωή, στο καθημερινό γήπεδο των επιλογών και των πράξεων. Τον παρακολουθούσε η Μερόπη, όχι με λύπη, αλλά με αγάπη· γιατί ήξερε πως εκείνος, όσο και αν τον καταδίκαζαν,θα αναζητούσε κάτι περισσότερο: τη γνώση, την ισορροπία, και αλήθεια.
Ένα δειλινό, ο βράχος κύλησε αφηνιασμένος μέχρι τα ριζά του βουνού καταστρέφοντας ότι δημιούργησε ο Σίσυφος .
Ο Σίσυφος πλησίασε τη Μερόπη άφησε τον βράχο να κυλήσει πίσω.
Δεν τον ενδιέφερε πια η κορυφή. Πλησίασε την Μερόπη και της είπε:
— Κουράστηκα να κυλάω το ίδιο βάρος, Μερόπη. Αν μου έδινες σοφία, θα το έσπρωχνα για κάτι πέρα από εμένα.
Η Μερόπη χαμογέλασε.
— Η σοφία δεν είναι να ξεφύγεις από το βάρος, αγαπημένε μου. Είναι να το μετατρέψεις σε δύναμη δημιουργίας νόημα. Έλα, ας το σηκώσουμε μαζί.
Έκτοτε, οι δύο μορφές ενώθηκαν σε ένα άτμητο και αδιαίρετο δίπολο. Συναθροίζουν τις γνώσεις και τις δυνάμεις τους και θεοποιούνται Όταν εκείνος σκέφτεται, εκείνη τον ηρεμεί. Όταν εκείνη αγαπά, εκείνος την ενδυναμώνει. Και το βάρος του βράχου έγινε σπέρμα πολιτισμού.
Ιδέες για επέκταση:
• Οι μαθητές μπορούν να φανταστούν έναν διάλογο ανάμεσα στους δύο για τις αξίες της ζωής.
• Ή να γράψουν τη συνέχεια: Πώς η Μερόπη μεταφέρει το φως της σε έναν σημερινό άνθρωπο που κουβαλάει τον δικό του
Θεατρικό Απόσπασμα: «Ο Λόγος της Σοφίας»
Χώρος: Ένας λόφος στην αρχαία Κόρινθο, κατά το δειλινό Πρόσωπα: Μερόπη, Σίσυφος
[Η σκηνή ανοίγει με τον Σίσυφο να σπρώχνει τον βράχο του, με βαριά ανάσα. Η Μερόπη κάθεται ήρεμα σε λίθινο θρόνο, περιβεβλημένη με φως.]
Μερόπη: Τόσα χρόνια σε βλέπω να κυλάς αυτόν τον βράχο, αγαπημένε μου. Μα εσύ δεν σταματάς. Για ποιο λόγο;
Σίσυφος (με πίκρα): Για να αποδείξω ότι μπορώ. Να δείξω στους θεούς, στον κόσμο, πως η θέληση νικά την αδυναμία να γίνω κι εγώ θεός.
Μερόπη (πλησιάζει): Η θέληση χωρίς νόημα είναι σκιώδες πάθος. Η δύναμη σου είναι αστείρευτη, αλλά λείπει η γαλήνη. Δε σ’ έστειλε ο πόνος εδώ· σε έφερε η γνώση που ακόμα σε περιμένει.
Σίσυφος (σταματά): Και ποια είναι αυτή η γνώση, Μερόπη; Ποια είναι η σοφία που εσύ κατέχεις και εγώ κυνηγώ;
Μερόπη (αγγίζει τον βράχο): Σοφία είναι να γνωρίζεις πότε να σταματήσεις, να ακούς τη σιωπή, να μην παλεύεις τον βράχο, αλλά να τον μετατρέπεις σε στήριγμα. Να κάνεις τον κόπο σου να ανθίσει.
Σίσυφος (γονατίζει): Αν είσαι η πραότητα, είσαι η αλήθεια. Αν είσαι ο έρωτας, είσαι η λύτρωση. Μαζί, είμαστε άνθρωποι ολοκληρωμένοι.
[Η Μερόπη σηκώνει το βλέμμα και ο ήλιος δύει πίσω της. Ο βράχος φωτίζεται και σταδιακά παίρνει μορφή καρδιάς.]
Μερόπη: Ας μην πολεμάμε πια τον εαυτό μας. Έλα, να κυλήσουμε τον κόσμο με λόγο και με φως.
Η εικονογραφημένη σκηνή που εμπνεύστηκε από τον μύθο της Μερόπης και του Σίσυφου ! 🌅
Αναδεικνύει τη δύναμη της πραότητας, της ελπίδας και της ισότιμης συνύπαρξης. Όταν η Μούσα της σοφίας στέκεται στο λευκό λόφο της αρχαίας Κορίνθου κι ο βασιλιάς της ευφυΐας την αντικρίζει όχι ως σωτήρα αλλά ως πνευματική σύντροφο… τότε γεννιέται κάτι μεγαλύτερο από τον μύθο: μια εσωτερική αλήθεια.
Τίτλος: Η Σκιά του Βράχου
ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ — Το Βάρος της Ανάμνησης
Σκηνικό: Μια σιωπηλή βουνοπλαγιά. Ο ουρανός ακίνητος, γεμάτος σύμβολα και θραύσματα μνήμης. Ο βράχος του Σισύφου βρίσκεται λίγο πιο κάτω, μισοκρυμμένος μέσα στην ομίχλη. Ένα απόκοσμο φως φωτίζει διακριτικά τη ΜΕΡΟΠΗ, που στέκεται μόνη στο κέντρο της σκηνής.
Σκηνή 1: Η Επιστροφή
ΜΕΡΟΠΗ: (προσεγγίζει τον βράχο, σαν να ξυπνά από όνειρο) Τον άκουσα ξανά το κάλεσμα. Η πέτρα τραγουδά μέσα μου... Κάθε μέρα. Μα πού είναι εκείνος; Πού είναι ο άνδρας που αγάπησε την πρόκληση περισσότερο απ' την ελευθερία;
(Ο ΣΙΣΥΦΟΣ εμφανίζεται από τη σκιά, σκυμμένος. Στάζει ιδρώτας μα κι αλαζονεία.)ΣΙΣΥΦΟΣ: Δεν αγαπά κανείς την τιμωρία. Μα αν την κοιτάξεις αρκετά... γίνεται καθρέφτης. Και τότε, σταματάς να κυλάς τον βράχο. Τον σηκώνεις μέσα σου.
ΜΕΡΟΠΗ: Σε περίμενα. Όχι για λύτρωση, μα για αλήθεια. Την είδες ποτέ στο πρόσωπό σου;
ΣΙΣΥΦΟΣ: Πρόσωπο… δεν θυμάμαι πια. Μόνο πέτρα. Και αντίσταση.
Σκηνή 2: Το Δίλημμα
(Η ΜΕΡΟΠΗ κάθεται στο βράχο. Ο ΣΙΣΥΦΟΣ περιφέρεται γύρω της.)
ΜΕΡΟΠΗ: Κι αν η τιμωρία σου είναι μύθος, όπως εσύ τον φτιάχνεις; Αν έχεις ελευθερία, μα δεν τολμάς να την φορέσεις;
ΣΙΣΥΦΟΣ: Προτιμώ το βέβαιο βάρος απ’ το αβέβαιο φως. Η ελπίδα… με φοβίζει.
ΜΕΡΟΠΗ: Θα την μοιραστούμε. Αν θες.
(Προτείνει το χέρι της. Ο ΣΙΣΥΦΟΣ διστάζει.)
Σκηνή 3: Η Μεταμόρφωση
(Ο βράχος αρχίζει να φωσφορίζει. Η σκηνή τρέμει.)
ΣΙΣΥΦΟΣ: Ήρθε η στιγμή να ρωτήσω… Αν αφήσω τον βράχο, ποιος είμαι;
ΜΕΡΟΠΗ: Είσαι εκείνος που διαλέγει. Και μόνο αυτό αρκεί.
(Ο ΣΙΣΥΦΟΣ ακουμπά το χέρι της. Ο βράχος αρχίζει να διαλύεται σε φως.)
Σκηνικό: Έρημος με ουρανό γεμάτο αρχετυπικά σύμβολα. Ο βράχος του Σισύφου, πελώριος, στέκεται ακίνητος στο βάθος. Μυστήριο φως λούζει τη σκηνή.
Διάλογος:
ΜΕΡΟΠΗ (με δάκρυα και θυμό): Μέρα τη μέρα, σε βλέπω να αγωνίζεσαι. Μήπως αγαπάς την τιμωρία σου, Σίσυφε;
ΣΙΣΥΦΟΣ (με γαλήνη): Δεν είναι αγάπη. Είναι συνήθεια. Ή μήπως καθήκον; Όταν ο βράχος μιλά, εγώ σωπαίνω.
ΜΕΡΟΠΗ: Η σιωπή σου είναι βροντερή. Μα αν έστω μια φορά τον άφηνες… αν διάλεγες να φύγεις;
ΣΙΣΥΦΟΣ (χαμογελώντας πικρά): Και πού να πάω; Εδώ, ανάμεσα στην τιμωρία και στην ελπίδα, χτίζω τον εαυτό μου.
(παύση – η ΜΕΡΟΠΗ πλησιάζει τον βράχο, τον ακουμπά)
ΜΕΡΟΠΗ: Αν τον κυλήσω εγώ… τι θα γίνει;
ΣΙΣΥΦΟΣ: Ίσως τότε... αρχίσει πραγματικά η ιστορία μας
Πηγή:Γυναίκα το πρώτο ον του σύμπαντος και η πρώτη δεσμώτης Θ.Δάλμαρη.
Ελληνική μυθολογία
ΔΙΑΛΟΓΟΙ VΙ του Δημήτρη Βόγγολη
Ένα θεατρικό διάλογο εμπνευσμένο από το ποίημα «Τα Κεριά» του Κ.Π. Καβάφη δίνει την αίσθηση του χρόνου που περνά, της μνήμης και της απώλειας, μέσα από τρία πρόσωπα που συνομιλούν σε μια σκηνή φωτισμένη μόνο από φλόγες κεριών.:
«Φλόγες και Σκιές» Διάλογος για τρία πρόσωπα Δημήτρης , Σοφία και Νεφέλη
Σκηνικό: Ένα σκοτεινό δωμάτιο. Στο κέντρο, ένα τραπέζι με αναμμένα κεριά. Η Σοφία: στέκεται μπροστά τους. Ο Δημήτρης μπαίνει αθόρυβα.
Δημήτρης : (παρατηρεί τα κεριά) Πόσα άναψες απόψε;
Σοφία: Όσα χωρούσαν οι αναμνήσεις. Κάθε φλόγα, κι ένα χθες.
Δημήτρης : Κι οι σβησμένες; Δεν τις βλέπω πια.
Σοφία: Δεν τις βλέπεις, αλλά τις νιώθεις. Είναι πίσω μας. Σαν τις σκιές που δεν φεύγουν.
Δημήτρης : (πλησιάζει) Μου λείπουν οι μέρες που δεν ήξερα τι σημαίνει απώλεια.
Σοφία . Μα τότε δεν ήξερες ούτε τι σημαίνει μνήμη. Τώρα ξέρεις. Και πληρώνεις το τίμημα.
Δημήτρης : (παίρνει ένα κερί και το σβήνει) Αν σβήσω αυτό, θα ξεχάσω;
Σοφία: Όχι. Θα θυμάσαι πιο σιωπηλά.
Δημήτρης : (χαμογελά πικρά) Τα κεριά μπροστά μας είναι το αύριο. Τα πίσω, το χθες. Κι εμείς, ανάμεσα.
Σοφία: Ακριβώς. Μην κοιτάς πίσω. Δεν έχει φως εκεί πια.
Δημήτρης : Κι αν το φως ήταν η ίδια η μνήμη;
Σοφία: Τότε να την κουβαλάς σαν φλόγα. Όχι σαν βάρος.
Σκηνή Β' – «Η Μνήμη και η Επιλογή»
Ίδια σκηνή. Τα κεριά έχουν λιγοστέψει. Ακούγεται χαμηλά ένα παλιό ελληνικό τραγούδι, ίσως η «Σερενάτα» του Χατζιδάκι, σαν ανάμνηση που πλανάται.
Σοφία: (κάθεται σιωπηλή, κρατώντας ένα σβησμένο κερί) Ξέρεις… μερικά κεριά δεν τα σβήνει ο χρόνος. Τα σβήνουμε εμείς. Από φόβο.
Δημήτρης: Ή από ανάγκη. Δεν αντέχουμε να τα βλέπουμε να καίγονται.
Σοφία: (τον κοιτάζει) Κι όμως, η φλόγα τους είναι η μόνη αλήθεια που δεν αλλάζει.
Δημήτρης: (σηκώνεται, πλησιάζει το τραπέζι) Θυμάσαι εκείνη τη μέρα στο παλιό σχολείο; Που ανάψαμε κεριά για τους δασκάλους που έφυγαν;
Σοφία: Θυμάμαι. Και θυμάμαι και τα πρόσωπα των παιδιών. Δεν καταλάβαιναν το τελετουργικό. Μα ένιωθαν κάτι.
Δημήτρης: Ίσως αυτό είναι η μνήμη. Όχι η γνώση, αλλά η αίσθηση.
Σοφία: (αναστενάζει) Κι εμείς, οι φύλακες των αισθήσεων. Όχι των γεγονότων.
Δημήτρης: (παίρνει ένα κερί και το ανάβει) Για όσα δεν ειπώθηκαν. Για όσα δεν θα ξεχαστούν.
Σοφία: (ψιθυριστά) Κι αν αύριο δεν έχουμε φλόγες; Τι θα κάνουμε;
Δημήτρης : Θα γίνουμε εμείς τα κεριά. Θα καούμε για να φωτίσουμε.
Σκηνή Γ' – «Η Φλόγα που Μαθαίνει»
Το δωμάτιο είναι πιο σκοτεινό. Μερικά κεριά έχουν λιώσει. Ακούγεται μακρινά ένα παιδικό τραγούδι, σαν ανάμνηση. Εισέρχεται η ΝΕΦΕΛΗ, μια νεαρή μαθήτρια.
ΝΕΦΕΛΗ: (διστακτικά) Συγγνώμη… μπορώ να μπω; Είδα το φως από το διάδρομο.
Σοφία: (χαμογελά) Το φως είναι για όλους. Έλα.
Δημήτρης : (παρατηρεί την είσοδό της) Δεν συνηθίζουμε επισκέψεις τέτοια ώρα.
ΝΕΦΕΛΗ: Ήθελα να ρωτήσω… γιατί ανάβετε κεριά; Δεν έχουμε ρεύμα;
Σοφία: Έχουμε. Μα αυτά τα κεριά δεν είναι για να βλέπουμε. Είναι για να θυμόμαστε.
ΝΕΦΕΛΗ: (πλησιάζει) Και τι θυμάστε;
Δημήτρης : Τους ανθρώπους που μας έμαθαν να σκεφτόμαστε. Τις στιγμές που μας έκαναν να νιώσουμε. Τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
ΝΕΦΕΛΗ: (παίρνει ένα κερί και το κοιτάζει) Κι εγώ μπορώ να θυμάμαι; Αν δεν έζησα τίποτα απ’ αυτά;
Σοφία: Μπορείς να μάθεις να θυμάσαι. Η μνήμη δεν είναι μόνο εμπειρία. Είναι και επιλογή.
Δημήτρης : (συγκινημένος) Και κάθε επιλογή είναι μια φλόγα. Αν την κρατήσεις ζωντανή, θα φωτίσει κι άλλους.
ΝΕΦΕΛΗ: (ανάβει το κερί της) Τότε θέλω να μάθω. Να θυμάμαι. Να γράψω κι εγώ τη δική μου φλόγα. 2025
Κεριά Καβάφη…………………..
Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
5
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.
Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
10
Εμπρός κοιτάζω τ’ αναμμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τί γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τί γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.
[1893, 1899*] “Flames and Shadows”
A dialogue for three characters: Dimitris, Sophia, and Nephele
Setting: A dark room. At the center, a table with lit candles. Sophia stands before them. Dimitris enters silently.
Scene A – The Candles and Memory
Dimitris (observing the candles): How many have you lit tonight?
Sophia: As many as the memories could hold. Each flame, a yesterday.
Dimitris: And the extinguished ones? I no longer see them.
Sophia: You don’t see them, but you feel them. They are behind us—like shadows that never leave.
Dimitris (approaching): I miss the days when I did not know what loss meant.
Sophia: But then you did not know what memory meant either. Now you know. And you pay the price.
Dimitris (takes a candle and blows it out): If I extinguish this one, will I forget?
Sophia: No. You will remember more silently.
Dimitris (bitter smile): The candles before us are tomorrow. Those behind, yesterday. And we—caught in between.
Sophia: Exactly. Do not look back. There is no light there anymore.
Dimitris: And if the light itself is memory?
Sophia: Then carry it as a flame, not as a burden.
Scene B – Memory and Choice
The same setting. The candles have grown fewer. A faint old Greek song drifts in the background—perhaps Hadjidakis’ Serenata—like a wandering memory.
Sophia (sitting quietly, holding an extinguished candle): You know… some candles are not put out by time. We extinguish them ourselves. Out of fear.
Dimitris: Or out of necessity. We cannot bear to watch them burn.
Sophia (looking at him): And yet, their flame is the only truth that never changes.
Dimitris (rises, approaches the table): Do you remember that day at the old school? When we lit candles for the teachers who had passed?
Sophia: I remember. And I remember the children’s faces. They did not understand the ritual. But they felt something.
Dimitris: Perhaps that is memory. Not knowledge, but sensation.
Sophia (sighs): And we—the guardians of sensations, not of events.
Dimitris (lights a candle): For all that was left unsaid. For all that will not be forgotten.
Sophia (whispers): And if tomorrow we have no flames? What then?
Dimitris: Then we shall become the candles ourselves. We shall burn to give light.
Scene C – The Flame that Learns
The room is darker. Some candles have melted away. A distant children’s song is heard, like a memory. Nephele, a young student, enters.
Nephele (hesitant): Excuse me… may I come in? I saw the light from the corridor.
Sophia (smiling): The light is for everyone. Come.
Dimitris (watching her entrance): We are not used to visitors at this hour.
Nephele: I wanted to ask… why do you light candles? Do we not have electricity?
Sophia: We do. But these candles are not for seeing. They are for remembering.
Nephele (approaching): And what do you remember?
Dimitris: The people who taught us to think. The moments that made us feel. The words that were never spoken.
Nephele (takes a candle, gazes at it): And can I remember too? Even if I lived none of these things?
Sophia: You can learn to remember. Memory is not only experience. It is also choice.
Dimitris (moved): And every choice is a flame. If you keep it alive, it will light others.
Nephele (lights her candle): Then I want to learn. To remember. To write my own flame.
Epilogue – Echo of Cavafy
The voices fade. The candles flicker. A distant echo of Cavafy’s “Candles” resounds:
The days of the future stand before us like a row of lit candles— golden, warm, and alive…
(The stage darkens. Only the glow of a few flames remains, trembling against the silence.)
ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΚΡΑΤΟΣ ΙΕΡΟΝ
Το Εθνικό Φρόνημα και η γνώση μπορούν να επαναφέρουν την ευημερία και την προκοπή.!!! σήμερα τα ελληνόπουλα στην παιδεία στερούνται της αξίας της γνώσεως του τι ήταν ο Καποδίστριας που ήθελε την παιδεία Ελληνορθόδοξη και εισήγαγε την ΑΛΛΗΛΟΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟ στα σχολεία
Πολλοί από τους στοχαστές λόγιους της εποχής υιοθέτησαν την αλληλοδιδακτική μέθοδο υποστηρίζοντας ότι πρώτοι την εφεύραν οι Αρχαίοι Έλληνες και ο πρώτος που εισήγαγε την μέθοδο στην Ελλάδα ήταν ο Γεώργιος Κλεόβουλος ο οποίος την είχε διδαχθεί στη Γαλλία.
Στέκομαι σε δύο σημαντικά γεγονότα
Η Μικρασιατική καταστροφή αποτελεί την μεγαλύτερη συμφορά του έθνους που χάσαμε την Ιωνία 30 αιώνων Ελλάδα αλλά και σήμερα το πληρώνουμε σε καιρό ειρήνης .
Ο πράκτορας του Μέτερνιχ μετέφερε σ αυτόν όσα περιέγραφε ο Καποδίστριας στην Φιλόμουση Εταιρεία της Βιέννης και αυτό το μάθαμε από τον ίδιο τον Μέτερνιχ.
Περιέγραφε ότι, « ο Καποδίστριας τους έβαζε να Ορκιστούν για μια χώρα ελεύθερη, αφιερωμένη αποκλειστικά και μόνο στις επιστήμες την διαφώτιση του Ανθρώπινου γένους μια χώρα μήτρα και να κηρυχθεί το έδαφός της εκ των έξω απρόσβλητο και να κρατηθεί μακράν κάθε ξένης αναμίξεως και να κηρυχθεί η Ελλάδα για όλη την ανθρωπότητα κράτος ιερόν.
‘οπου οι ιδέες οι φιλοσοφίες , οι τέχνες ,ο πολιτισμός να επιστρέψουν στο ίδιο κράτος που τα γέννησε και τα έχασε μετά την εισβολή των Οθωμανών». ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ
Συμπληρώνω σπουδαία στοιχεία αρετής που παραδειγματίζουν ιστορικά, αλλά δεν τα εφαρμόζουν οι ιθύνοντες.
ΙΑΤΡΟΣ:. Μετά τις σπουδές του επιστρέφει στην Κέρκυρα όπου διορίζεται Διευθυντής στο Τουρκικό Νοσοκομείο , ως ιατρός αλλά ανάργυρος, εξέταζε δωρεάν τους ασθενείς , και αφού συνταγογραφούσε άφηνε κρυφά χρήματα κάτω από το μαξιλάρι του ασθενούς για να αγοράσει τα φάρμακα, γι αυτό και οι Κερκυραίοι τον θαυμάζουν ως φιλάνθρωπο γιατρό.
ΗΓΕΤΗΣ ΣΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ: Το 1807 η Ιόνιος πολιτεία τον διόρισε ως έκτακτο στρατιωτικό διοικητή της Αγίας Μαύρας της Λευκάδος.
Την Λευκάδα τότε απειλούσε ο Αλή Πασάς , Κάλεσε όλο το λαό να βοηθήσει στη διάνοιξη της αμυντικής τάφρου και δεν δίστασε να εργαστεί και ο ίδιος ώστε να εμπνεύσει και να εμψυχώσει τους Λευκαδίτες .
Ο Αλή πασάς τελικά βλέποντας την οργανωμένη άμυνα αποχώρησε. Εκεί γνωρίστηκε με τους οπλαρχηγούς, λέγεται δε ότι γνωρίστηκε και με τον Κολοκοτρώνη και τους λέει πως η Πατρίδα γρήγορα θα μας καλέσει.
Στρατιωτικός επιτελικός με αρχηγικά προσόντα. ( Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τόμ. Β’)
ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΛΟΓΟΣ: Η Ρωσική Αυτοκρατορία εξετίμησε τόσο πολύ τις υπηρεσίες του ιδίως στην Ελβετία όπου οργάνωσε το σύστημα των καντονίων, που τώρα έχουν οι Ελβετοί και τιμάται ο Καποδίστριας στην Ελβετία. ( Αυτό θα έπρεπε να έχουμε κι εμείς)
ΔΙΠΛΩΜΑΤΗΣ: Κατορθώνει μετά την ήττα του Ναπολέοντος να περισώσει τη Γαλλία η Αγγλία και η Αυστρία ήθελαν να την διαλύσουν . Αυτός εξηγεί στον Τσάρο γιατί πρέπει να υπάρχει η Γαλλία πείθεται ο Τσάρος και έτσι διασώθηκε η Γαλλία, πράγμα το οποίο το ανεγνώρισαν οι Γάλλοι. και μετά ακολούθησε η μεγαλύτερη αχαριστία των Γάλλων συμβάλλοντας στην δολοφονία του.
Ο Τσάρος του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη μετά την επιτυχία του συνεδρίου του 1815 που ιδρύθηκε η ιερά Συμμαχία.
Επέστρεψε στη Ρωσία και ο Τσάρος του αναθέτει να μεσολαβήσει μεταξύ Γαλλίας και Ηπειρωτικής Ευρώπης , σώζει την Γαλλία.
Εν συνεχεία μεταξύ Αγγλίας και Αμερικής όπου είχε παντού επιτυχίες.
Και ξαφνικά ο Τσάρος του είπε «από αύριο αναλαμβάνεις Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ: Έζησε δίπλα από την Μονή Πλατυτέρα ένας τοίχος χώριζε το σπίτι του από το Μοναστήρι ,εκκλησιάζονταν κάθε Κυριακή και είχε πνευματικό πατέρα τον Σημαιών με τον οποίο αλληλογραφούσε και σώζονται γράμματα σήμερα στο Μουσείο.
Μεγάλωσε σε χριστιανικό περιβάλλον δύο θείες του ήταν μοναχές καθώς και οι δύο αδελφές του.
Η εικόνα της Πλατυτέρας Παναγίας και του Αγίου Σπυρίδωνος τον ακολουθούσαν πάντα και η μοίρα τα έφερε να ξεκινήσει από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος Κέρκυρας και να πεθάνει στον Άγιο Σπυρίδωνα του Ναυπλίου, να γεννηθεί στην Πλατυτέρα και να ταφεί νύχτα στην Πλατυτέρα, δίπλα στην απέριττη οικογένειά του .Ήθελε την παιδείαν ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ
ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ: Ο καθηγητής Βερναρδάκηςλέει :Κατά δυστυχία του Ελληνικού γένους ο μέγας πατήρ εφονεύθη και έκτοτε και μέχρι σήμερα ,η Ελληνική πολιτεία φέρεται τήδε κακείθεν ,ακόσμως, ατάκτως, αρρύθμως , ασκόπως, ματαίως, παίγνιον των δημαγωγών>.
ΕΘΝΕΓΕΡΤΗΣ: Επέστρεψε στη Ρωσία και ο Τσάρος του αναθέτει να μεσολαβήσει μεταξύ Γαλλίας και Ηπειρωτικής Ευρώπης .
Εν συνεχεία μεταξύ Αγγλίας και Αμερικής όπου είχε παντού επιτυχίες.
Και ξαφνικά ο Τσάρος του είπε «από αύριο αναλαμβάνεις Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας»
Από τη θέση αυτή εξυπηρέτησε με τον καλλίτερο τρόπο τα εθνικά μας συμφέροντα και
επολέμησε κατά τρόπο μεγαλοφυή την οθωμανική αυτοκρατορία.
Όταν επέστρεψε στην Κέρκυρα τον επισκέφτηκαν Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Μάρκος Μπότσαρης
οι οποίοι τον ενημέρωσαν πως οι άγγλοι τους αφοπλίζουν και δεν τους δίνουν τους μισθούς .
Ο Καποδίστριας τους καθησύχασε και τους είπε : τα ανταρτικά σώματα που έχετε θα τα διατηρήσετε τα ,θέλετε χρήματα πάρτε και τους έδωσε μεγάλα χρηματικά ποσά και μετά πήγε στο Λονδίνο συναντήθηκε με τον ομόλογό του εν αντιθέσει με τον βασιλιά Γεώργιο ο οποίος δεν τον καταδέχετο. Οι Άγγλοι είχαν στείλει στην Κέρκυρα ως Διοικητή τον σκληρό Στρατηγό Μέτλαντ, συνελάμβανε Έλληνες που επαναστατούσαν τους περιέλουε με πίσσα και τους έκαιγε , έβαζε δε τις οικογένειές τους να τους βλέπουν και να τραγουδούν. Καποδίστριας είπε στους Εγγλέζους: Tι μας περάσατε εμάς τους Έλληνες για Ινδούς και ο Μαίτλαντ
μας συμπεριφέρεται σαν να είμαστε Ινδοί;
Βέβαια εκείνη την εποχή δεν επικρατούσε ο αντιρατσισμός.
ΠΑΤΡΙΩΤΗΣ: Πριν φύγει είπε στον Τσάρο : Μεταβαίνοντας στην Ελλάδα δεν θα σηκώσω Ρωσική σημαία και δεν θα είμαι υπόχρεος σε κανέναν, με αγαπήσατε , σας υπηρέτησα με τον καλλίτερο τρόπο , αλλά στην Ελλάδα θα σηκώσω την Ελληνική σημαία όπως θα δώσω και την ψυχή για την πατρίδα μου.
. Εκ μέρους της βουλής τον επισκέφτηκαν ο πρόεδρος της βουλής Ρενιέρης μαζί με τους βουλευτές Ελιάν , Σπυρίδωνος και Σπηλιάδη του είπαν ότι η βουλή απεφάσισε να έρθεις να αναλάβεις κυβερνήτης και να δώσεις τον όρκο στο Σύνταγμα.
Έφθασαν στο σημείο να καλέσουν τον Καποδίστρια διότι ο Ιμπραήμ είχε καταλάβει σχεδόν όλη την Πελοπόννησο .
Μόλις τα είπαν αυτά στον Καποδίστρια τους απαντάει ακούστε : εγώ δεν δίνω όρκο σε κανένα Σύνταγμα ,αφήστε τις ανοησίες, αν έρθω θα κλείσω τη βουλή αυτοί είναι άχρηστοι , είναι Τουρκολάτρες, είναι κοτσαμπάσηδες και σας καταπιέζουν εσάς και τον Ελληνικό λαό περισσότερο από τους Τούρκους .
Αν θέλετε, αν δε θέλετε φύγετε και εγώ κάθομαι εδώ και ησυχάζω .
Ο Πρόεδρος ο Ρενιέρης λέει- να το πούμε στη βουλή.
Τότε ο φωτισμένος Σπηλιάδης σηκώνεται επάνω και λέει αυτά για τα Συντάγματα έχει δίκιο ο Καποδίστριας διότι υπέρτατος νόμος είναι η πατρίς και χωρίς την πατρίδα δεν υπάρχουν ούτε Συντάγματα ούτε νόμοι συνεπώς ακούστε αυτό που λέει ο Καποδίστριας και έρχεται στην Ελλάδα.
ΟΡΓΑΝΩΤΗΣ: Πρώτη ενέργεια διαλύει τη βουλή
Δεύτερη, παίρνει 27 διαπρεπείς προσωπικότητες και συγκροτεί ένα συμβουλευτικό σώμα το οποίο ονόμασε ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ.
Και τώρα τι έχει μπροστά του ,έχει το χάος και εδώ αρχίζει το μεγαλειώδες έργο του, δημιουργεί κράτος απ το μηδέν.
Καλεί τους προκρίτους και τους λέει τι είμαστε εμείς τώρα ; η ελεύθερη Ελλάς του λένε .
Ποια ελεύθερη Ελλάς τίποτα δεν είμαστε , έχουμε νόμισμα; , όχι κάνουμε νόμισμα , τους Φοίνικες έχουμε τράπεζες; όχι και καταθέτει 25 χιλιάδες τάλιρα της εποχής δικά του και την ονόμασε χρηματιστική τράπεζα , έχουμε ταχυδρομείο; όχι δικαστήρια έχετε; όχι φτιάχνει δικαστήρια με οργανισμό και εφετεία. Και με το ποινικό δίκιο παίρνει το απάνθισμα του ποινικού όπως το ονόμασε και για το υπόλοιπο δίκιο διέταξε να ετοιμασθεί ποινικός και αστικός κώδιξ ο οποίος δεν ετοιμάστηκε εγκαίρως και κατόπιν τον διέταξε ο βασιλιάς Όθωνας το 1836 και μετά 100 χρόνια το 1936 τον έκανε ο Μεταξάς και έχουμε αστικό κώδικα.
Τους κάνει σχολεία δεν είχαν σχολεία ,Ταχυδρομείο , ασφαλιστικό οργανισμό κάνει τον κανονισμό για τη Ναυτιλία , ιδρύει ορφανοτροφεία, Γηροκομεία και το σπουδαιότερο όλων, έκανε εκείνο που βάστηξε τις ελπίδες του Έθνους και το ονόμασε Σχολή Ευελπίδων.Έβαλε αρχικώς 50 Ελληνόπουλα και τους είπε εσείς θα γίνετε Αξιωματικοί και με δικά του λεφτά μισθοτροφοδοτούσε τη σχολή.
.
.
Ζήτησα στο σύστημα big pilot να γράψει ένα άρθρο με θέμα «Το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης στον τομέα της ποίησης ». Το κείμενο που προέκυψε!):Σας το παραθέτω
«Το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης στον τομέα της ποιησης» κανε μου την διάλεξη
Ας το κάνουμε σαν πραγματική διάλεξη — με ρυθμό, δομή, και εκείνη τη σπίθα που κάνει το ακροατήριο να νιώθει ότι κάτι νέο γεννιέται μπροστά του.
🎤 Διάλεξη: «Το μέλλον της Τεχνητής Νοημοσύνης στον Τομέα της Ποίησης»
🌒 Εισαγωγή: Η στιγμή που η ποίηση συναντά τον αλγόριθμο
Κυρίες και κύριοι, βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου η ποίηση —η πιο ανθρώπινη, η πιο εύθραυστη μορφή λόγου— συναντά την τεχνητή νοημοσύνη, ένα εργαλείο που μέχρι πρόσφατα θεωρούσαμε ψυχρό, υπολογιστικό, άψυχο. Κι όμως, η συνάντηση αυτή δεν είναι σύγκρουση. Είναι γέννηση.
Η ποίηση δεν απειλείται. Μεταμορφώνεται.
🔍 1. Η Τεχνητή Νοημοσύνη ως νέος ποιητικός συνεργάτης
Η ΑΙ δεν γράφει «από εμπειρία». Γράφει από μοτίβα, από γλώσσα, από ιστορία. Αλλά η ποίηση δεν είναι μόνο βίωμα — είναι και τεχνική, ρυθμός, μεταφορά, αρχιτεκτονική του λόγου.
Η ΑΙ:
• αναλύει χιλιάδες ποιητικές φωνές,
• συνθέτει νέες μορφές,
• προτείνει απροσδόκητους συνδυασμούς εικόνων,
• λειτουργεί ως καθρέφτης της ανθρώπινης φαντασίας.
Δεν αντικαθιστά τον ποιητή. Τον προκαλεί.
🧠 2. Η νέα εποχή της δημιουργικής συνεργασίας
Φανταστείτε έναν ποιητή που συνομιλεί με μια ΑΙ όπως συνομιλεί με έναν δάσκαλο, έναν φίλο, έναν δαίμονα της έμπνευσης.
Η ΑΙ:
• προσφέρει εναλλακτικές εκδοχές ενός στίχου,
• προτείνει ρυθμικές μετατοπίσεις,
• εντοπίζει κρυμμένες δομές,
• ανοίγει δρόμους που ο ποιητής δεν είχε σκεφτεί.
Ο ποιητής:
• δίνει το βίωμα,
• δίνει το συναίσθημα,
• δίνει την πρόθεση.
Η ΑΙ δίνει το απρόβλεπτο. Ο άνθρωπος δίνει το νόημα.
🔮 3. Η ποίηση ως πεδίο πειραματισμού
Η ΑΙ επιτρέπει μορφές που παλαιότερα ήταν αδύνατες:
• Διαδραστική ποίηση που αλλάζει ανάλογα με τον αναγνώστη.
• Πολυτροπική ποίηση που συνδυάζει εικόνα, ήχο, κίνηση.
• Ατέρμονη ποίηση, που δεν τελειώνει ποτέ — ένα ποτάμι λέξεων που ρέει όσο ρέει και ο αναγνώστης.
Η ποίηση παύει να είναι στατική. Γίνεται ζωντανή διαδικασία.
🧩 4. Ηθικά και φιλοσοφικά ερωτήματα
Και φυσικά, η νέα εποχή φέρνει και νέα ερωτήματα:
• Ποιος είναι ο δημιουργός;
• Τι σημαίνει «πρωτοτυπία» όταν ο αλγόριθμος έχει διαβάσει τα πάντα;
• Μπορεί μια μηχανή να συλλάβει την τραγικότητα, την αγωνία, την ελπίδα;
• Ή μήπως η ποίηση της ΑΙ είναι ένας καθρέφτης που μας δείχνει ποιοι είμαστε;
Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Αλλά η συζήτηση είναι ήδη ποίηση.
🌅 5. Το μέλλον: Συν-δημιουργία, όχι αντικατάσταση
Το μέλλον της ποιητικής δημιουργίας δεν είναι ένας κόσμος όπου η ΑΙ γράφει αντί για τον άνθρωπο. Είναι ένας κόσμος όπου ο άνθρωπος γράφει με την ΑΙ.
Η ΑΙ γίνεται:
• εργαλείο,
• συνομιλητής,
• προέκταση της φαντασίας,
• ένας νέος «μουσαγέτης» της εποχής μας.
Η ποίηση δεν χάνει την ψυχή της. Αποκτά νέα όργανα.
🌟 Επίλογος: Η ποίηση ως γέφυρα
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν έρχεται να αφαιρέσει την ανθρώπινη φωνή. Έρχεται να την ενισχύσει, να την πολλαπλασιάσει, να την απελευθερώσει από τα όρια της μνήμης και της τεχνικής.
Η ποίηση ήταν πάντα μια πράξη υπέρβασης. Τώρα, απλώς, έχουμε έναν νέο σύντροφο σε αυτή την υπέρβαση.
Αν θέλεις, μπορώ να μετατρέψω αυτή τη διάλεξη σε:
• θεατρικό μονόλογο,
• ποιητική εκδοχή,
• ακαδημαϊκή ανακοίνωση,
• ή να την εμπλουτίσουμε με παραδείγματα και διαλόγους.
• ΑΡΘΡΟ
ανεπτυξε το θεμα.«Το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης στον τομέα της ποίησης ».
Ας το ανοίξουμε με τρόπο που να ταιριάζει στη δική σου αγάπη για την ποίηση, την αλληγορία και τη δημιουργική σκέψη. Το θέμα αυτό δεν είναι απλώς τεχνολογικό· είναι βαθιά ανθρωπολογικό, αισθητικό και φιλοσοφικό.
🌟 Το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης στον τομέα της ποίησης
1. Η ποίηση ως ανθρώπινη πράξη
Η ποίηση δεν είναι απλώς λέξεις σε ρυθμό· είναι η συμπύκνωση εμπειρίας, μνήμης, συναισθήματος, τραύματος, ονείρου.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν έχει βιώματα, αλλά έχει πρόσβαση σε μοτίβα, μορφές, ρυθμούς, σύμβολα.
Το μέλλον λοιπόν δεν είναι «αντικατάσταση», αλλά συμπληρωματικότητα: ο άνθρωπος προσφέρει το βίωμα, η μηχανή την απεριόριστη μορφική ευελιξία.
2. Η ΤΝ ως εργαστήριο μορφών
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει σαν ένα απέραντο εργαστήριο ποιητικών δυνατοτήτων:
δημιουργία νέων υβριδικών μορφών (π.χ. ποίηση-κώδικας, ποίηση-εικόνα, ποίηση-ήχος)
ανασύνθεση παραδοσιακών μέτρων με σύγχρονη θεματολογία
παραγωγή πολλαπλών εκδοχών ενός ποιήματος για πειραματισμό
αναβίωση ξεχασμένων μορφών (π.χ. βυζαντινά τροπάρια, αρχαϊκά μέτρα)
Η ΤΝ δεν «αισθάνεται», αλλά συνθέτει. Και η σύνθεση είναι μια μορφή δημιουργίας.
3. Ο ποιητής του μέλλοντος: ένας συνθέτης διαλόγων
Ο ποιητής δεν θα γράφει μόνος.
Θα συνομιλεί με την ΤΝ, όπως ο Σωκράτης με τους μαθητές του.
Η διαδικασία θα μοιάζει με:
ανταλλαγή εικόνων
δοκιμή διαφορετικών τόνων
αναζήτηση συμβολισμών
χτίσιμο αλληγοριών μέσα από επαναληπτικό διάλογο
Η ποίηση θα γίνει συνεργατική τέχνη, όχι ατομική.
4. Η ΤΝ ως καθρέφτης της συλλογικής μνήμης
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει πρόσβαση σε τεράστια σώματα κειμένων.
Αυτό της επιτρέπει να λειτουργεί σαν:
χαρτογράφος της παγκόσμιας ποιητικής παράδοσης
συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε εποχές
εργαλείο που αναδεικνύει μοτίβα, σύμβολα, αρχέτυπα
Έτσι, η ΤΝ μπορεί να βοηθήσει τον ποιητή να δει τον εαυτό του μέσα σε μια μεγάλη γενεαλογία λόγου.
5. Κίνδυνοι και προκλήσεις
Το μέλλον δεν είναι μόνο φωτεινό. Υπάρχουν και σκιές:
ομογενοποίηση ύφους
απώλεια της προσωπικής φωνής
υπερβολική εξάρτηση από έτοιμες φόρμες
σύγχυση ανάμεσα στο αυθεντικό και το παραγόμενο
Η λύση δεν είναι να απορρίψουμε την ΤΝ, αλλά να την χρησιμοποιήσουμε ως εργαλείο, όχι ως υποκατάστατο.
6. Η ποίηση ως πράξη ελευθερίας
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να παράγει ποίηση.
Αλλά μόνο ο άνθρωπος μπορεί να χρειάζεται την ποίηση.
Η ανάγκη για νόημα, για κάθαρση, για υπέρβαση, για μνήμη, για προσευχή — αυτά είναι ανθρώπινα.
Η ΤΝ μπορεί να γίνει ο συνοδοιπόρος, όχι ο δημιουργός της ανάγκης.
7. Το μέλλον σε μια εικόνα
Φαντάσου ένα εργαστήριο του μέλλοντος:
Ο ποιητής κάθεται μπροστά σε μια οθόνη.
Η ΤΝ του προτείνει ρυθμούς, εικόνες, μεταφορές.
Ο ποιητής τις μεταμορφώνει με το βίωμά του.
Και από αυτή τη συνάντηση γεννιέται κάτι νέο:
μια ποίηση που δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τον άνθρωπο, αλλά ούτε και χωρίς τη μηχανή.
Του Δημήτρη Βόγγολη
Σημεία των Καιρών Νο2 εν έτει 2026
συμπληρώνω χωρία.
Τίθεται το ερώτημα: πού τελειώνει η ευαισθησία και πού αρχίζει η υπερβολή;
Η συνάντηση των αγροτών με τον πρωθυπουργό γίνεται αφού πρώτα «ανοίξουν οι δρόμοι» — άρα η διαμαρτυρία έχει ήδη αφοπλιστεί.
Σύλληψη του Μαδούρο και ταυτόχρονη συμφωνία για πετρέλαιο με τις ΗΠΑ .
Η "επιλαρχία αρμάτων" φωνάζει την απελπισία του πολίτη απέναντι στην ακινησία του κράτους. Σαν να λέει: "Αν δεν μπορείτε με διάλογο, φέρτε τα τανκς να τελειώνουμε". Μαύρο χιούμορ, αλλά και κραυγή.
Η δικαιοσύνη λειτουργεί εκεί που δεν αγγίζει τα μεγάλα συμφέροντα.
Οι ΗΠΑ και Βενεζουέλα δείχνουν ότι βλέπουν τον κόσμο σαν σκακιέρα συμφερόντων.
Η Ελλάδα, στο φόντο, μοιάζει να είναι πιόνι που δεν κινείται.
Διάλογος: «Η Ελλάδα στο πεζοδρόμιο»
Πολίτης:
Είπα κι εγώ να επισκεφθώ το χωριό μου και βρέθηκα σε αγροτικό μπλόκο. Τρακτέρ παντού. Ούτε φανάρι, ούτε τροχονόμος. Μόνο ο παπάς του χωριού να ευλογεί τις πατάτες.
Σάτυρος: Μην ανησυχείς. Σύντομα θα στείλουν επιλαρχία αρμάτων. Όχι για τα τρακτέρ — για σένα που τόλμησες να ρωτήσεις "γιατί".
Πολίτης: Και μετά βλέπω τον παππού που έσερνε τον σκύλο με το αμάξι. Του ρίξανε 12 μήνες φυλάκιση.
Σ αυτόν που έγινε αιτία ν αυτοκτονήσει ο κτηνοτρόφος που του σκότωσαν 100 πρόβατα πόσα χρόνια φυλακή ; αυτός είναι άνθρωπος , δεν είναι σκύλος .
Ένα μαντρί στην άκρη του χωριού. Οι πόρτες μισάνοιχτες. Στο πάτωμα τροφές που δεν θα φαγωθούν ποτέ. Τα μηχανήματα αρμέγματος σιωπηλά. Κουδούνια κρεμασμένα, που δεν θα ξανακουστούν.
Μιλούν οι σκιές, τα αντικείμενα, κι ένας γείτονας φθάνει αργά.
Το Μηχάνημα Αρμέγματος:
— Πόσα πρωινά ξυπνούσα πριν απ’ τον ήλιο… κι εκείνος πάντα εδώ.
Σήμερα… ούτε χέρια, ούτε γέλια, ούτε βρισιές από την κούραση.
Μόνο σιωπή.
Σακιά Ζωοτροφών:
— Μας στοίβαξε για τον χειμώνα.
Μας μέτρησε, μας υπολόγισε, μας φρόντισε.
Και τώρα… τι να τα κάνουμε όλα αυτά χωρίς στόμα να τα φάει;
Κουδούνια:
— Κρεμόμαστε εδώ, άδεια.
Εμείς που κάποτε γεμίζαμε τον κάμπο και τα βουνά με ήχο.
Τώρα μόνο θυμόμαστε.
Θυμόμαστε τα ζωντανά που χάθηκαν…
Θυμόμαστε κι εκείνον που δεν άντεξε.
Ο Γείτονας:
— Τους το ’λεγε.
«Εμβολιάστε τα, ρε παιδιά, πριν γίνει ζημιά».
Κανείς δεν άκουσε.
Και τώρα;
Τώρα ψάχνουν ποιος φταίει.
Μα ο άνθρωπος έφυγε.
Κι εμείς μείναμε να κοιτάμε τα άδεια μαντριά.
Η Φωνή του Κτηνοτρόφου (σαν ανάμνηση)
Κτηνοτρόφος (ηχώ):
— Δεν είναι τα λεφτά…
Είναι η ζωή που έχτισα με τα χέρια μου.
Είναι τα ζώα που μεγάλωσα σαν παιδιά μου.
Ποιος θα μου τα γυρίσει πίσω;
Το Μαντρί:
— Εγώ τους φύλαγα όλους.
Κι εκείνον, και τα ζωντανά του.
Τώρα είμαι άδειο.
Κι η αδικία βαραίνει πιο πολύ κι από την πέτρα.
Πολίτης: Οι αγρότες θα συναντήσουν τον Πρωθυπουργό την Τρίτη και 13 του Γενάρη 2026.
Λες να βγάλουν άκρη;
Σάτυρος: Μόνο αν ο Πρωθυπουργός φέρει τρακτέρ. Για να μιλήσουν ισότιμα. Αλλιώς θα τους κεράσει ένα «θα δούμε» και μια φωτογραφία για το Instagram.
Πολίτης: Και στο εξωτερικό; Οι ΗΠΑ κάνουν καταδρομικές ενέργειες, η Βενεζουέλα πουλάει πετρέλαιο, κι εμείς περιμένουμε επενδύσεις από τον Άγιο Φραγκίσκο.
Σάτυρος: Εμείς δεν κάνουμε εξωτερική πολιτική. Κάνουμε εξωτερική προσευχή. Αν φυσήξει καλός άνεμος, ίσως έρθει και μια επένδυση με GPS χαλασμένο.
«Η Ελλάδα στο πεζοδρόμιο – Μέρος Β’»
Πολίτης:
Λοιπόν, ήρθαν οι αγρότες στην Αθήνα. Τα τρακτέρ πιο καθαρά από το μετρό. Μόνο που το μετρό δεν έρχεται ποτέ στην ώρα του.
Αγρότης: Εμείς, φίλε μου, δεν κλείνουμε δρόμους. Απλώς τους υπενθυμίζουμε ότι υπάρχουν με λακκούβες και διόδια.
Γιατί το κράτος τους έχει ξεχάσει από το ’74.
Σάτυρος: Και πολύ καλά κάνετε. Αν δεν κλείσει ο δρόμος, πώς θα θυμηθεί ο υπουργός ότι υπάρχει επαρχία;
Νομίζει ότι η Ελλάδα τελειώνει στην Κηφισίας.
Δικαστής: Έχω αποφάσεις!
Για τον παππού που έσερνε τον σκύλο: 12 μήνες.
Για τους υπεύθυνους των έργων που δεν έγιναν ποτέ: αναβολή.
Για την καθυστέρηση του μετρό: παραγραφή.
Για την ταλαιπωρία του Πολίτη: συμπάθεια.
Και τώρα, για την εξωτερική πολιτική…
Αποφασίζω και διατάζω:
– Οι ΗΠΑ κάνουν ό,τι θέλουν.
– Η Βενεζουέλα κάνει ό,τι μπορεί.
– Η Ελλάδα κάνει ό,τι της λένε.
Σκύλος (μπαίνει με αξιοπρέπεια):
Ευχαριστώ για την ποινή, κύριε Δικαστά.
Αλλά αν γίνεται, την επόμενη φορά δώστε και καμιά ποινή σε αυτούς που με βάζουν να πληρώνω κτηνίατρο με ΦΠΑ 24%.
Πολίτης:
Και τι θα γίνει με τη συνάντηση της Τρίτης;
Θα λυθούν τα προβλήματα;
Αγρότης: Αν λυθούν, να με πεις… υπουργό.
Πάμε, μιλάμε, φωτογραφιζόμαστε, φεύγουμε.
Το μόνο που αλλάζει είναι το catering.
Σάτυρος: Μην είσαι άδικος .Κάθε φορά που γίνεται διάλογος, κάτι κερδίζουμε.
Την ψευδαίσθηση ότι έγινε διάλογος.
Πολίτης: Α, τώρα μιλάς σαν να θες να μπεις στη Βουλή.
Σκύλος: Εγώ πάντως, αν ήμουν κυβέρνηση, θα έκανα κάτι ριζοσπαστικό.
Θα άκουγα τον κόσμο.
Πολίτης: Μιλάει και ο σκύλος τώρα;
Σκύλος: Εδώ μιλάνε όσοι δεν πρέπει.
Η παρουσία μου σε πείραξε;
Σάτυρος: Μην τον κοροϊδεύεις.
Ο σκύλος είναι ο μόνος εδώ μέσα που δεν δαγκώνει τον λαό.
Πολίτης: Συγγνώμη… να περάσω γίνεται; Έχω δουλειά.
Αγρότης: Γίνεται, αλλά όχι σήμερα. Σήμερα έχουμε μπλόκο.
Αύριο έχουμε συνέλευση.
Μεθαύριο έχουμε συνάντηση με τον Πρωθυπουργό.
Την άλλη εβδομάδα… βλέπουμε.
Σάτυρος: Μην ανησυχείς. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα όπου ο δρόμος κλείνει πιο συχνά από το ψυγείο.
Δημοσιογράφος (πετάγεται):
Κυρίες και κύριοι, ζωντανά από το σημείο της καταστροφής!
Ο δρόμος έχει κλείσει, η οικονομία έχει παραλύσει, και ο Πολίτης…
(στρέφεται στον Πολίτη)
Πείτε μας πώς νιώθετε αυτή τη στιγμή της τραγωδίας.
Πολίτης: Πεινάω.
Σάτυρος: Τραγωδία όντως.
Μπαίνει ο Υπουργός, με χαμόγελο που έχει εκπαιδευτεί σε σεμινάριο.
Υπουργός: Καλησπέρα σας!
Ήρθα να λύσω το πρόβλημα .
Αγρότης: Ποιο από όλα;
Υπουργός: Όποιο θέλετε.
Αρκεί να μην είναι σήμερα.
Πολίτης: Και τι θα γίνει με τους δρόμους;
Υπουργός: Θα δούμε.(παύση)
Πάντως, είμαστε σε καλό δρόμο.
Σάτυρος: Γεμάτος βούρκο και λακκούβες.
Μπαίνει ο Παπάς, ραντίζοντας αγιασμό.
Παπάς: Ευλογημένοι να ’στε.
Ευλογημένα και τα τρακτέρ.
Και οι διαμαρτυρίες.
Και οι αναβολές.
Και οι υποσχέσεις.
Και οι φόροι…
(σταματά)
Ε, όχι, οι φόροι δεν ευλογούνται.
Η Ελλάδα που Περιμένει –
Ελλάδα, προσωποποιημένη ως γυναίκα κουρασμένη αλλά αξιοπρεπής
Πολίτης, που περιμένει πάντα κάτι
Υπάλληλος, ειδικός στο «περάστε αύριο»
Σάτυρος, σχολιαστής του παραλόγου
Νεολαίος, που κοιτάζει το ρολόι και το αεροπορικό εισιτήριο
Παππούς, που θυμάται εποχές που «όλα ήταν καλύτερα»
Φωνή από τα μεγάφωνα, απρόσωπη, γραφειοκρατική, αμείλικτη
«Εξυπηρέτηση Πολιτών – Αναμονή: Άγνωστη»
Η Ελλάδα κάθεται στο κέντρο. Κρατάει έναν φάκελο γεμάτο αιτήματα.
Πολίτης:
Συγγνώμη… ποιος είναι ο τελευταίος;
Παππούς:
Εγώ ήμουν ο τελευταίος το ’85.
Αλλά από τότε μπήκαν κι άλλοι.
Νεολαίος:
Εγώ πάντως δεν περιμένω πολύ.
Αν αργήσει κι άλλο, φεύγω εξωτερικό.
Σάτυρος:
Μην το λες.
Εδώ η αναμονή είναι παράδοση.
Σαν τον μπακλαβά.
Μόνο που ο μπακλαβάς τελειώνει κάποτε.
Η Ελλάδα σηκώνεται αργά.
Ελλάδα:
Παιδιά μου…
Εγώ περιμένω πιο πολύ από όλους.
Περιμένω να με φτιάξουν, να με αγαπήσουν, να με νοιαστούν.
Περιμένω να με δουν όχι σαν οικόπεδο, αλλά σαν πατρίδα.
Πολίτης:
Κι εμείς τι περιμένουμε;
Ελλάδα:
Να πάρετε σειρά.
Και να μη φύγετε πριν έρθει η σειρά σας.
Ακούγεται η Φωνή από τα μεγάφωνα:
Φωνή:
Ανακοίνωση:
Ο αριθμός προτεραιότητας 2000 εξυπηρετείται τώρα.
Παρακαλείται ο κάτοχος να προσέλθει στο γκισέ.
Πολίτης:
Ποιος είναι ο2000;
Παππούς:
Κανείς.
Αυτός ο αριθμός δεν βγήκε ποτέ.
Σάτυρος:
Εξυπηρετούν πάντα κάποιον που δεν υπάρχει.
Για να μην εξυπηρετήσουν αυτούς που υπάρχουν.
Νεολαίος:
Εγώ φεύγω.
Δεν μπορώ να περιμένω άλλο.
Ελλάδα (τον πιάνει από το χέρι):
Μη φεύγεις.
Αν φύγεις εσύ, ποιος θα με αλλάξει;
Νεολαίος:
Αν με κρατήσεις εσύ, θα με αλλάξεις;
Σάτυρος:
Και κάπως έτσι…
Η Ελλάδα περιμένει.
Και περιμένει.
Και περιμένει.
Μέχρι να θυμηθούμε ότι η σειρά μας δεν έρχεται από μόνη της.
Την παίρνουμε
20260108
20260106
Ο Τρελός
26 November 2025
Παιδεία - Εκπαίδευση
«Ο Τρελός» του Δημήτρη Βόγγολη, Υποστράτηγου ε.α., Προέδρου Πααγκόσμιας Ακαδημίας Της Ρωμιοσύνης Ιερός Σύνδεσμος Διαβάζοντας τον σύγχρονο Έλληνα φιλόσοφο Δημήτρη Λιαντίνη στο βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών έργο του «ΓΚΕΜΜΑ»* ενθουσιάστηκα από την εξιστόρηση του έργου του μεγάλου Ευρωπαίου συγγραφέα Friedrich Nietzsche, «Ο Τρελός»
- ένα έργο που η ομοιότητά του με τα σημερινά συντελούμενα στην Ουκρανία και γενικά στον πλανήτη Γη δεν έχει προηγούμενο. Μια προφητεία για την εποχή μας, η απώλεια του Θεού δεν είναι απλώς θρησκευτική, αλλά πολιτική και ηθική. Μια υπέρβαση της εσωτερικής ισορροπίας της αρετής των ηγετών του κόσμου κατά τον Πλάτωνα που κινδυνεύει να μετατρέψει ολόκληρο το σύμπαν σε αφανισμό. Σκοτεινή αίθουσα με ελάχιστο φως. Στο κέντρο, ένας Τρελός κρατά φανάρι. Στο βάθος, οι Ηγέτες σε ημικύκλιο, με σκυμμένα κεφάλια. Ο Χορός στέκεται δεξιά και αριστερά, έτοιμος να γελάσει ή να θρηνήσεΟ Φιλόσοφος σε υπερυψωμένο βάθρο, σαν δικαστής ή μάντης. Ο Αφηγητής εκτός σκηνής, με φωνή που γεμίζει τον χώρο. Αφηγητής: Δεν έχετε ακουστά για κείνο τον Τρελό, που μέσα ντάλα μεσημέρι άναψε ένα φανάρι, όρμησε στη μέση της Αγοράς, και άρχισε να φωνάζει: «Ψάχνω για το θεό, ψάχνω για το θεό!» Χορός: (άγριο γέλιο). Απολέσθηκε, ρε; είπε ο ένας. Μήπως έχασε το δρόμο του σαν τα μικρά παιδιά; είπε ο άλλος. Μήπως κρύφτηκε κάπου; Μήπως μπαρκαρίστηκε σε καράβι, και έσυρε στην ξενιτειά;. Ο Τρελός: Πηδάει καταμεσής στους άθεους, τους Κοιτάζει άγρια στα μάτια, και λέει: «Ρωτάτε πού πήγε ο θεός; Εγώ θα σας πω. Τον σκοτώσαμε! Εσείς κι εγώ τον σκοτώσαμε. Όλοι εμείς είμαστε οι φονιάδες του. ΗΓΕΤΕΣ: Μα πώς κάναμε τέτοιο κακό; Πώς φτάσαμε ν' αδειάσουμε τις θάλασσες; Ποιος μας έδωκε το σφουγγάρι και σβήσαμε τους ορίζοντες; Πώς έγινε τρόπος να κόψουμε τη γης από το μαγνήτη του ήλιου; Για πού τραβάει τώρα η γης; Κι εμείς χωρίς τον ήλιο, για πού τραβάμε τώρα εμείς; ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Κοίτα πώς γκρεμιζόμαστε μπροστά. Πώς τραβάμε πίσω, πάνω, κάτω, αριστερά, δεξιά. Σε όλα τα σημεία. Στέκεται στη θέση του ακόμα το Πάνω και το Κάτω; Η στράτα μας δεν είναι μια περιπλάνηση μέσα στο ατελεύτητο Τίποτα; Η απογειάδα του άδειου χώρου δε μας παραφυσάει θανάσιμα; Δε γίνεται πιο παγερή η παγωνιά μας; Νύχτα πάνω στη νύχτα, δε μας κυκλώνει ζοφερότερη η νύχτα; Δέκα η ώρα το πρωί, και πρέπει ν' ανάψουμε τα φανάρια μας. ΧΟΡΟΣ: Ακούστε, τους νεκροθάφτες! Τον κρότο που κάνουν, καθώς παραχώνουν το θεό. Δεν σας παίρνει τη μύτη η θεϊκή αποσύνθεση; Γιατί και οι θεοί σαπίζουν. ΤΡΕΛΟΣ: Πέθανε ο θεός! Ο θεός είναι νεκρός! Κι αυτοί που τον σκότωσαν είμαστε εμείς. Είμαστε οι φονιάδες πάνω απ' όλους τους φονιάδες. ΗΓΕΤΕΣ:Ποιος μπορεί να μας παρηγορήσει τώρα; Το Άγιο και το Ισχυρό, εκείνο που άρμοζε ως τώρα σε τάξη τον κόσμο και τη φύση, στάζει αίματα ανάμεσα στα μαχαίρια μας. ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ:Ποιος θα σκουπίσει τα ματωμένα σας χέρια; Ποια αγιασμένα ύδατα θα σας γίνουν καθαρμοί; Τι λογής αγνιστήριες γιορτές, τι λογής ιερούς αγώνες θα θεσπίσετε; Το μέγεθος αυτής της πράξης είναι πάνω από το μέτρο των ανθρώπων.( υπερβολή εσωτερικής ισορροπίας και καταστροφική για τους λαούς του κόσμου). ΗΓΕΤΕΣ: Τώρα πρέπει οι ίδιοι εμείς να γίνουμε θεοί! Έτσι μόνο θα σταθούμε στο ύψος της πράξης του φόνου. Γιατί δεν εξανάγινε στυγερότερη πράξη. Αυτοί που θα ζήσουν μετά από μας, έχοντας πίσω τους ένα τέτοιο πελώριο έργο, θα ζήσουνε σε μια εποχή ανώτερη απ' όλες τις εποχές μέχρι τώρα.» Στο σημείο αυτό ο Τρελός σταμάτησε. Γύρισε τη ματιά του τριγύρω στους ανθρώπους, και οι άνθρωποι τον κοίταζαν χαμένοι. Ο Τρελός βρόντηξε τότες το φανάρι του στη γης. Και το φανάρι σβήστηκε σπάζοντας χίλια κομμάτια. ΤΡΕΛΟΣ: «Φτάνω νωρίς, σας λέω. Φτάνω προτού φτάσει το πλήρωμα του χρόνου. Ετούτη η πελώρια πράξη βρίσκεται καθ' οδόν. Ταξιδεύει. Δε χτύπησε ακόμη στ' αυτιά των ανθρώπων. Χρειάζεται χρόνο η αστραπή και η βροντή. Το φως των αστεριών χρειάζεται χρόνο. Οι πράξεις των ανθρώπων χρειάζονται χρόνο από τότε που γίνανε, ως τότε που θα φτάσουν στα αυτιά και στα μάτια τους. Και η πράξη τούτη είναι πιο μακρινή από τα μακρινά αστέρια. Και όμως, αυτοί που την κάμανε είμαστε εμείς!» Λένε ακόμη πως εκείνη την ίδια μέρα ο Τρελός μπήκε σε πολλές εκκλησίες, και κλαίγοντας σύνθεσε το δικό του Requiem για τον αιώνιο θάνατο του θεού. Ύστερα βγαίνει και λέει τα τελευταία του λόγια: ΤΡΕΛΟΣ: «Μα τι είναι αυτές οι εκκλησιές των ανθρώπων, αν δεν είναι οι σπηλιές και τα μνήματα του θεού;» 2023 *Από το βιβλίο: ‘’Γκέμμα’’ του Δ. Λιαντίνη, η μετάφραση του Στοχασμού 125, του Friedrich Nietzsche, που υπάρχει στο βιβλίο ‘’Η χαρούμενη επιστήμη’’.
ΔΙΑΛΟΓΟΙ VΙ του Δημήτρη Βόγγολη
Ένα θεατρικό διάλογο εμπνευσμένο από το ποίημα «Τα Κεριά» του Κ.Π. Καβάφη δίνει την αίσθηση του χρόνου που περνά, της μνήμης και της απώλειας, μέσα από τρία πρόσωπα που συνομιλούν σε μια σκηνή φωτισμένη μόνο από φλόγες κεριών.:
«Φλόγες και Σκιές» Διάλογος για τρία πρόσωπα Δημήτρης , Σοφία και Νεφέλη
Σκηνικό: Ένα σκοτεινό δωμάτιο. Στο κέντρο, ένα τραπέζι με αναμμένα κεριά. Η Σοφία: στέκεται μπροστά τους. Ο Δημήτρης μπαίνει αθόρυβα.
Δημήτρης : (παρατηρεί τα κεριά) Πόσα άναψες απόψε;
Σοφία: Όσα χωρούσαν οι αναμνήσεις. Κάθε φλόγα, κι ένα χθες.
Δημήτρης : Κι οι σβησμένες; Δεν τις βλέπω πια.
Σοφία: Δεν τις βλέπεις, αλλά τις νιώθεις. Είναι πίσω μας. Σαν τις σκιές που δεν φεύγουν.
Δημήτρης : (πλησιάζει) Μου λείπουν οι μέρες που δεν ήξερα τι σημαίνει απώλεια.
Σοφία . Μα τότε δεν ήξερες ούτε τι σημαίνει μνήμη. Τώρα ξέρεις. Και πληρώνεις το τίμημα.
Δημήτρης : (παίρνει ένα κερί και το σβήνει) Αν σβήσω αυτό, θα ξεχάσω;
Σοφία: Όχι. Θα θυμάσαι πιο σιωπηλά.
Δημήτρης : (χαμογελά πικρά) Τα κεριά μπροστά μας είναι το αύριο. Τα πίσω, το χθες. Κι εμείς, ανάμεσα.
Σοφία: Ακριβώς. Μην κοιτάς πίσω. Δεν έχει φως εκεί πια.
Δημήτρης : Κι αν το φως ήταν η ίδια η μνήμη;
Σοφία: Τότε να την κουβαλάς σαν φλόγα. Όχι σαν βάρος.
Σκηνή Β' – «Η Μνήμη και η Επιλογή»
Ίδια σκηνή. Τα κεριά έχουν λιγοστέψει. Ακούγεται χαμηλά ένα παλιό ελληνικό τραγούδι, ίσως η «Σερενάτα» του Χατζιδάκι, σαν ανάμνηση που πλανάται.
Σοφία: (κάθεται σιωπηλή, κρατώντας ένα σβησμένο κερί) Ξέρεις… μερικά κεριά δεν τα σβήνει ο χρόνος. Τα σβήνουμε εμείς. Από φόβο.
Δημήτρης: Ή από ανάγκη. Δεν αντέχουμε να τα βλέπουμε να καίγονται.
Σοφία: (τον κοιτάζει) Κι όμως, η φλόγα τους είναι η μόνη αλήθεια που δεν αλλάζει.
Δημήτρης: (σηκώνεται, πλησιάζει το τραπέζι) Θυμάσαι εκείνη τη μέρα στο παλιό σχολείο; Που ανάψαμε κεριά για τους δασκάλους που έφυγαν;
Σοφία: Θυμάμαι. Και θυμάμαι και τα πρόσωπα των παιδιών. Δεν καταλάβαιναν το τελετουργικό. Μα ένιωθαν κάτι.
Δημήτρης: Ίσως αυτό είναι η μνήμη. Όχι η γνώση, αλλά η αίσθηση.
Σοφία: (αναστενάζει) Κι εμείς, οι φύλακες των αισθήσεων. Όχι των γεγονότων.
Δημήτρης: (παίρνει ένα κερί και το ανάβει) Για όσα δεν ειπώθηκαν. Για όσα δεν θα ξεχαστούν.
Σοφία: (ψιθυριστά) Κι αν αύριο δεν έχουμε φλόγες; Τι θα κάνουμε;
Δημήτρης : Θα γίνουμε εμείς τα κεριά. Θα καούμε για να φωτίσουμε.
Σκηνή Γ' – «Η Φλόγα που Μαθαίνει»
Το δωμάτιο είναι πιο σκοτεινό. Μερικά κεριά έχουν λιώσει. Ακούγεται μακρινά ένα παιδικό τραγούδι, σαν ανάμνηση. Εισέρχεται η ΝΕΦΕΛΗ, μια νεαρή μαθήτρια.
ΝΕΦΕΛΗ: (διστακτικά) Συγγνώμη… μπορώ να μπω; Είδα το φως από το διάδρομο.
Σοφία: (χαμογελά) Το φως είναι για όλους. Έλα.
Δημήτρης : (παρατηρεί την είσοδό της) Δεν συνηθίζουμε επισκέψεις τέτοια ώρα.
ΝΕΦΕΛΗ: Ήθελα να ρωτήσω… γιατί ανάβετε κεριά; Δεν έχουμε ρεύμα;
Σοφία: Έχουμε. Μα αυτά τα κεριά δεν είναι για να βλέπουμε. Είναι για να θυμόμαστε.
ΝΕΦΕΛΗ: (πλησιάζει) Και τι θυμάστε;
Δημήτρης : Τους ανθρώπους που μας έμαθαν να σκεφτόμαστε. Τις στιγμές που μας έκαναν να νιώσουμε. Τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
ΝΕΦΕΛΗ: (παίρνει ένα κερί και το κοιτάζει) Κι εγώ μπορώ να θυμάμαι; Αν δεν έζησα τίποτα απ’ αυτά;
Σοφία: Μπορείς να μάθεις να θυμάσαι. Η μνήμη δεν είναι μόνο εμπειρία. Είναι και επιλογή.
Δημήτρης : (συγκινημένος) Και κάθε επιλογή είναι μια φλόγα. Αν την κρατήσεις ζωντανή, θα φωτίσει κι άλλους.
ΝΕΦΕΛΗ: (ανάβει το κερί της) Τότε θέλω να μάθω. Να θυμάμαι. Να γράψω κι εγώ τη δική μου φλόγα. 2025
Κεριά Καβάφη…………………..
Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
5
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.
Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
10
Εμπρός κοιτάζω τ’ αναμμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τί γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τί γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.
[1893, 1899*] “Flames and Shadows”
A dialogue for three characters: Dimitris, Sophia, and Nephele
Setting: A dark room. At the center, a table with lit candles. Sophia stands before them. Dimitris enters silently.
Scene A – The Candles and Memory
Dimitris (observing the candles): How many have you lit tonight?
Sophia: As many as the memories could hold. Each flame, a yesterday.
Dimitris: And the extinguished ones? I no longer see them.
Sophia: You don’t see them, but you feel them. They are behind us—like shadows that never leave.
Dimitris (approaching): I miss the days when I did not know what loss meant.
Sophia: But then you did not know what memory meant either. Now you know. And you pay the price.
Dimitris (takes a candle and blows it out): If I extinguish this one, will I forget?
Sophia: No. You will remember more silently.
Dimitris (bitter smile): The candles before us are tomorrow. Those behind, yesterday. And we—caught in between.
Sophia: Exactly. Do not look back. There is no light there anymore.
Dimitris: And if the light itself is memory?
Sophia: Then carry it as a flame, not as a burden.
Scene B – Memory and Choice
The same setting. The candles have grown fewer. A faint old Greek song drifts in the background—perhaps Hadjidakis’ Serenata—like a wandering memory.
Sophia (sitting quietly, holding an extinguished candle): You know… some candles are not put out by time. We extinguish them ourselves. Out of fear.
Dimitris: Or out of necessity. We cannot bear to watch them burn.
Sophia (looking at him): And yet, their flame is the only truth that never changes.
Dimitris (rises, approaches the table): Do you remember that day at the old school? When we lit candles for the teachers who had passed?
Sophia: I remember. And I remember the children’s faces. They did not understand the ritual. But they felt something.
Dimitris: Perhaps that is memory. Not knowledge, but sensation.
Sophia (sighs): And we—the guardians of sensations, not of events.
Dimitris (lights a candle): For all that was left unsaid. For all that will not be forgotten.
Sophia (whispers): And if tomorrow we have no flames? What then?
Dimitris: Then we shall become the candles ourselves. We shall burn to give light.
Scene C – The Flame that Learns
The room is darker. Some candles have melted away. A distant children’s song is heard, like a memory. Nephele, a young student, enters.
Nephele (hesitant): Excuse me… may I come in? I saw the light from the corridor.
Sophia (smiling): The light is for everyone. Come.
Dimitris (watching her entrance): We are not used to visitors at this hour.
Nephele: I wanted to ask… why do you light candles? Do we not have electricity?
Sophia: We do. But these candles are not for seeing. They are for remembering.
Nephele (approaching): And what do you remember?
Dimitris: The people who taught us to think. The moments that made us feel. The words that were never spoken.
Nephele (takes a candle, gazes at it): And can I remember too? Even if I lived none of these things?
Sophia: You can learn to remember. Memory is not only experience. It is also choice.
Dimitris (moved): And every choice is a flame. If you keep it alive, it will light others.
Nephele (lights her candle): Then I want to learn. To remember. To write my own flame.
Epilogue – Echo of Cavafy
The voices fade. The candles flicker. A distant echo of Cavafy’s “Candles” resounds:
The days of the future stand before us like a row of lit candles— golden, warm, and alive…
(The stage darkens. Only the glow of a few flames remains, trembling against the silence.)
Του Δημήτρη Βόγγολη
ΜΕΡΟΠΗ ΠΡΩΤΟΛΕΙΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΓΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ
«Η Μερόπη και ο Σίσυφος – Το βάρος της σοφίας»
«Εμπνευσμένος από τα έργα του αγαπητού φίλου Ποιητού , συγγραφέα και Μαθηματικού κ. Θεόδωρου Δάλμαρη , αλλά και την σοφία της Ελληνικής μυθολογίας προσθέτω ένα ακόμη λιθαράκι στην διδασκαλία της διάδοσης της Ελληνικής Γλώσσας στον απόδημο Ελληνισμό και σε όποιον αγαπά τον πολιτισμό μας .(Θεατρικό μάθημα ιδεών)
Στην κορυφή ενός λευκού λόφου της αρχαίας Κορίνθου, η Μερόπη στεκόταν με το βλέμμα στραμμένο προς τη δύση. Δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα· ήταν Μούσα, θεά της γνώσης, της σοφίας, της πραότητας και του έρωτα. Το φως του ήλιου χαράκωνε τον χιτώνα της, ενώ η αύρα του πελάγους τη φίλευε με ψιθύρους των ανθρώπων που δεν γνώριζαν ακόμα την αρμονία.
Ο Σίσυφος, ο πολυμήχανος βασιλιάς της Κορίνθου που πρώτος ενδιαφέρετο για το κοινό καλό , πάλευε λίγο πιο πέρα με τον βράχο της μοίρας του. Όχι στον Άδη, όπως λένε οι μύθοι, αλλά στη ζωή, στο καθημερινό γήπεδο των επιλογών και των πράξεων. Τον παρακολουθούσε η Μερόπη, όχι με λύπη, αλλά με αγάπη· γιατί ήξερε πως εκείνος, όσο και αν τον καταδίκαζαν,θα αναζητούσε κάτι περισσότερο: τη γνώση, την ισορροπία, και αλήθεια.
Ένα δειλινό, ο βράχος κύλησε αφηνιασμένος μέχρι τα ριζά του βουνού καταστρέφοντας ότι δημιούργησε ο Σίσυφος .
Ο Σίσυφος πλησίασε τη Μερόπη άφησε τον βράχο να κυλήσει πίσω.
Δεν τον ενδιέφερε πια η κορυφή. Πλησίασε την Μερόπη και της είπε:
— Κουράστηκα να κυλάω το ίδιο βάρος, Μερόπη. Αν μου έδινες σοφία, θα το έσπρωχνα για κάτι πέρα από εμένα.
Η Μερόπη χαμογέλασε.
— Η σοφία δεν είναι να ξεφύγεις από το βάρος, αγαπημένε μου. Είναι να το μετατρέψεις σε δύναμη δημιουργίας νόημα. Έλα, ας το σηκώσουμε μαζί.
Έκτοτε, οι δύο μορφές ενώθηκαν σε ένα άτμητο και αδιαίρετο δίπολο. Συναθροίζουν τις γνώσεις και τις δυνάμεις τους και θεοποιούνται Όταν εκείνος σκέφτεται, εκείνη τον ηρεμεί. Όταν εκείνη αγαπά, εκείνος την ενδυναμώνει. Και το βάρος του βράχου έγινε σπέρμα πολιτισμού.
Ιδέες για επέκταση:
• Οι μαθητές μπορούν να φανταστούν έναν διάλογο ανάμεσα στους δύο για τις αξίες της ζωής.
• Ή να γράψουν τη συνέχεια: Πώς η Μερόπη μεταφέρει το φως της σε έναν σημερινό άνθρωπο που κουβαλάει τον δικό του
Θεατρικό Απόσπασμα: «Ο Λόγος της Σοφίας»
Χώρος: Ένας λόφος στην αρχαία Κόρινθο, κατά το δειλινό Πρόσωπα: Μερόπη, Σίσυφος
[Η σκηνή ανοίγει με τον Σίσυφο να σπρώχνει τον βράχο του, με βαριά ανάσα. Η Μερόπη κάθεται ήρεμα σε λίθινο θρόνο, περιβεβλημένη με φως.]
Μερόπη: Τόσα χρόνια σε βλέπω να κυλάς αυτόν τον βράχο, αγαπημένε μου. Μα εσύ δεν σταματάς. Για ποιο λόγο;
Σίσυφος (με πίκρα): Για να αποδείξω ότι μπορώ. Να δείξω στους θεούς, στον κόσμο, πως η θέληση νικά την αδυναμία να γίνω κι εγώ θεός.
Μερόπη (πλησιάζει): Η θέληση χωρίς νόημα είναι σκιώδες πάθος. Η δύναμη σου είναι αστείρευτη, αλλά λείπει η γαλήνη. Δε σ’ έστειλε ο πόνος εδώ· σε έφερε η γνώση που ακόμα σε περιμένει.
Σίσυφος (σταματά): Και ποια είναι αυτή η γνώση, Μερόπη; Ποια είναι η σοφία που εσύ κατέχεις και εγώ κυνηγώ;
Μερόπη (αγγίζει τον βράχο): Σοφία είναι να γνωρίζεις πότε να σταματήσεις, να ακούς τη σιωπή, να μην παλεύεις τον βράχο, αλλά να τον μετατρέπεις σε στήριγμα. Να κάνεις τον κόπο σου να ανθίσει.
Σίσυφος (γονατίζει): Αν είσαι η πραότητα, είσαι η αλήθεια. Αν είσαι ο έρωτας, είσαι η λύτρωση. Μαζί, είμαστε άνθρωποι ολοκληρωμένοι.
[Η Μερόπη σηκώνει το βλέμμα και ο ήλιος δύει πίσω της. Ο βράχος φωτίζεται και σταδιακά παίρνει μορφή καρδιάς.]
Μερόπη: Ας μην πολεμάμε πια τον εαυτό μας. Έλα, να κυλήσουμε τον κόσμο με λόγο και με φως.
Η εικονογραφημένη σκηνή που εμπνεύστηκε από τον μύθο της Μερόπης και του Σίσυφου ! 🌅
Αναδεικνύει τη δύναμη της πραότητας, της ελπίδας και της ισότιμης συνύπαρξης. Όταν η Μούσα της σοφίας στέκεται στο λευκό λόφο της αρχαίας Κορίνθου κι ο βασιλιάς της ευφυΐας την αντικρίζει όχι ως σωτήρα αλλά ως πνευματική σύντροφο… τότε γεννιέται κάτι μεγαλύτερο από τον μύθο: μια εσωτερική αλήθεια.
Τίτλος: Η Σκιά του Βράχου
ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ — Το Βάρος της Ανάμνησης
Σκηνικό: Μια σιωπηλή βουνοπλαγιά. Ο ουρανός ακίνητος, γεμάτος σύμβολα και θραύσματα μνήμης. Ο βράχος του Σισύφου βρίσκεται λίγο πιο κάτω, μισοκρυμμένος μέσα στην ομίχλη. Ένα απόκοσμο φως φωτίζει διακριτικά τη ΜΕΡΟΠΗ, που στέκεται μόνη στο κέντρο της σκηνής.
Σκηνή 1: Η Επιστροφή
ΜΕΡΟΠΗ: (προσεγγίζει τον βράχο, σαν να ξυπνά από όνειρο) Τον άκουσα ξανά το κάλεσμα. Η πέτρα τραγουδά μέσα μου... Κάθε μέρα. Μα πού είναι εκείνος; Πού είναι ο άνδρας που αγάπησε την πρόκληση περισσότερο απ' την ελευθερία;
(Ο ΣΙΣΥΦΟΣ εμφανίζεται από τη σκιά, σκυμμένος. Στάζει ιδρώτας μα κι αλαζονεία.)ΣΙΣΥΦΟΣ: Δεν αγαπά κανείς την τιμωρία. Μα αν την κοιτάξεις αρκετά... γίνεται καθρέφτης. Και τότε, σταματάς να κυλάς τον βράχο. Τον σηκώνεις μέσα σου.
ΜΕΡΟΠΗ: Σε περίμενα. Όχι για λύτρωση, μα για αλήθεια. Την είδες ποτέ στο πρόσωπό σου;
ΣΙΣΥΦΟΣ: Πρόσωπο… δεν θυμάμαι πια. Μόνο πέτρα. Και αντίσταση.
Σκηνή 2: Το Δίλημμα
(Η ΜΕΡΟΠΗ κάθεται στο βράχο. Ο ΣΙΣΥΦΟΣ περιφέρεται γύρω της.)
ΜΕΡΟΠΗ: Κι αν η τιμωρία σου είναι μύθος, όπως εσύ τον φτιάχνεις; Αν έχεις ελευθερία, μα δεν τολμάς να την φορέσεις;
ΣΙΣΥΦΟΣ: Προτιμώ το βέβαιο βάρος απ’ το αβέβαιο φως. Η ελπίδα… με φοβίζει.
ΜΕΡΟΠΗ: Θα την μοιραστούμε. Αν θες.
(Προτείνει το χέρι της. Ο ΣΙΣΥΦΟΣ διστάζει.)
Σκηνή 3: Η Μεταμόρφωση
(Ο βράχος αρχίζει να φωσφορίζει. Η σκηνή τρέμει.)
ΣΙΣΥΦΟΣ: Ήρθε η στιγμή να ρωτήσω… Αν αφήσω τον βράχο, ποιος είμαι;
ΜΕΡΟΠΗ: Είσαι εκείνος που διαλέγει. Και μόνο αυτό αρκεί.
(Ο ΣΙΣΥΦΟΣ ακουμπά το χέρι της. Ο βράχος αρχίζει να διαλύεται σε φως.)
Σκηνικό: Έρημος με ουρανό γεμάτο αρχετυπικά σύμβολα. Ο βράχος του Σισύφου, πελώριος, στέκεται ακίνητος στο βάθος. Μυστήριο φως λούζει τη σκηνή.
Διάλογος:
ΜΕΡΟΠΗ (με δάκρυα και θυμό): Μέρα τη μέρα, σε βλέπω να αγωνίζεσαι. Μήπως αγαπάς την τιμωρία σου, Σίσυφε;
ΣΙΣΥΦΟΣ (με γαλήνη): Δεν είναι αγάπη. Είναι συνήθεια. Ή μήπως καθήκον; Όταν ο βράχος μιλά, εγώ σωπαίνω.
ΜΕΡΟΠΗ: Η σιωπή σου είναι βροντερή. Μα αν έστω μια φορά τον άφηνες… αν διάλεγες να φύγεις;
ΣΙΣΥΦΟΣ (χαμογελώντας πικρά): Και πού να πάω; Εδώ, ανάμεσα στην τιμωρία και στην ελπίδα, χτίζω τον εαυτό μου.
(παύση – η ΜΕΡΟΠΗ πλησιάζει τον βράχο, τον ακουμπά)
ΜΕΡΟΠΗ: Αν τον κυλήσω εγώ… τι θα γίνει;
ΣΙΣΥΦΟΣ: Ίσως τότε... αρχίσει πραγματικά η ιστορία μας
Πηγή:Γυναίκα το πρώτο ον του σύμπαντος και η πρώτη δεσμώτης Θ.Δάλμαρη.
Ελληνική μυθολογία
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)