20260106

ΔΙΑΛΟΓΟΙ VΙ του Δημήτρη Βόγγολη Ένα θεατρικό διάλογο εμπνευσμένο από το ποίημα «Τα Κεριά» του Κ.Π. Καβάφη δίνει την αίσθηση του χρόνου που περνά, της μνήμης και της απώλειας, μέσα από τρία πρόσωπα που συνομιλούν σε μια σκηνή φωτισμένη μόνο από φλόγες κεριών.: «Φλόγες και Σκιές» Διάλογος για τρία πρόσωπα Δημήτρης , Σοφία και Νεφέλη Σκηνικό: Ένα σκοτεινό δωμάτιο. Στο κέντρο, ένα τραπέζι με αναμμένα κεριά. Η Σοφία: στέκεται μπροστά τους. Ο Δημήτρης μπαίνει αθόρυβα. Δημήτρης : (παρατηρεί τα κεριά) Πόσα άναψες απόψε; Σοφία: Όσα χωρούσαν οι αναμνήσεις. Κάθε φλόγα, κι ένα χθες. Δημήτρης : Κι οι σβησμένες; Δεν τις βλέπω πια. Σοφία: Δεν τις βλέπεις, αλλά τις νιώθεις. Είναι πίσω μας. Σαν τις σκιές που δεν φεύγουν. Δημήτρης : (πλησιάζει) Μου λείπουν οι μέρες που δεν ήξερα τι σημαίνει απώλεια. Σοφία . Μα τότε δεν ήξερες ούτε τι σημαίνει μνήμη. Τώρα ξέρεις. Και πληρώνεις το τίμημα. Δημήτρης : (παίρνει ένα κερί και το σβήνει) Αν σβήσω αυτό, θα ξεχάσω; Σοφία: Όχι. Θα θυμάσαι πιο σιωπηλά. Δημήτρης : (χαμογελά πικρά) Τα κεριά μπροστά μας είναι το αύριο. Τα πίσω, το χθες. Κι εμείς, ανάμεσα. Σοφία: Ακριβώς. Μην κοιτάς πίσω. Δεν έχει φως εκεί πια. Δημήτρης : Κι αν το φως ήταν η ίδια η μνήμη; Σοφία: Τότε να την κουβαλάς σαν φλόγα. Όχι σαν βάρος. Σκηνή Β' – «Η Μνήμη και η Επιλογή» Ίδια σκηνή. Τα κεριά έχουν λιγοστέψει. Ακούγεται χαμηλά ένα παλιό ελληνικό τραγούδι, ίσως η «Σερενάτα» του Χατζιδάκι, σαν ανάμνηση που πλανάται. Σοφία: (κάθεται σιωπηλή, κρατώντας ένα σβησμένο κερί) Ξέρεις… μερικά κεριά δεν τα σβήνει ο χρόνος. Τα σβήνουμε εμείς. Από φόβο. Δημήτρης: Ή από ανάγκη. Δεν αντέχουμε να τα βλέπουμε να καίγονται. Σοφία: (τον κοιτάζει) Κι όμως, η φλόγα τους είναι η μόνη αλήθεια που δεν αλλάζει. Δημήτρης: (σηκώνεται, πλησιάζει το τραπέζι) Θυμάσαι εκείνη τη μέρα στο παλιό σχολείο; Που ανάψαμε κεριά για τους δασκάλους που έφυγαν; Σοφία: Θυμάμαι. Και θυμάμαι και τα πρόσωπα των παιδιών. Δεν καταλάβαιναν το τελετουργικό. Μα ένιωθαν κάτι. Δημήτρης: Ίσως αυτό είναι η μνήμη. Όχι η γνώση, αλλά η αίσθηση. Σοφία: (αναστενάζει) Κι εμείς, οι φύλακες των αισθήσεων. Όχι των γεγονότων. Δημήτρης: (παίρνει ένα κερί και το ανάβει) Για όσα δεν ειπώθηκαν. Για όσα δεν θα ξεχαστούν. Σοφία: (ψιθυριστά) Κι αν αύριο δεν έχουμε φλόγες; Τι θα κάνουμε; Δημήτρης : Θα γίνουμε εμείς τα κεριά. Θα καούμε για να φωτίσουμε. Σκηνή Γ' – «Η Φλόγα που Μαθαίνει» Το δωμάτιο είναι πιο σκοτεινό. Μερικά κεριά έχουν λιώσει. Ακούγεται μακρινά ένα παιδικό τραγούδι, σαν ανάμνηση. Εισέρχεται η ΝΕΦΕΛΗ, μια νεαρή μαθήτρια. ΝΕΦΕΛΗ: (διστακτικά) Συγγνώμη… μπορώ να μπω; Είδα το φως από το διάδρομο. Σοφία: (χαμογελά) Το φως είναι για όλους. Έλα. Δημήτρης : (παρατηρεί την είσοδό της) Δεν συνηθίζουμε επισκέψεις τέτοια ώρα. ΝΕΦΕΛΗ: Ήθελα να ρωτήσω… γιατί ανάβετε κεριά; Δεν έχουμε ρεύμα; Σοφία: Έχουμε. Μα αυτά τα κεριά δεν είναι για να βλέπουμε. Είναι για να θυμόμαστε. ΝΕΦΕΛΗ: (πλησιάζει) Και τι θυμάστε; Δημήτρης : Τους ανθρώπους που μας έμαθαν να σκεφτόμαστε. Τις στιγμές που μας έκαναν να νιώσουμε. Τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ. ΝΕΦΕΛΗ: (παίρνει ένα κερί και το κοιτάζει) Κι εγώ μπορώ να θυμάμαι; Αν δεν έζησα τίποτα απ’ αυτά; Σοφία: Μπορείς να μάθεις να θυμάσαι. Η μνήμη δεν είναι μόνο εμπειρία. Είναι και επιλογή. Δημήτρης : (συγκινημένος) Και κάθε επιλογή είναι μια φλόγα. Αν την κρατήσεις ζωντανή, θα φωτίσει κι άλλους. ΝΕΦΕΛΗ: (ανάβει το κερί της) Τότε θέλω να μάθω. Να θυμάμαι. Να γράψω κι εγώ τη δική μου φλόγα. 2025 Κεριά Καβάφη………………….. Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας σα μια σειρά κεράκια αναμμένα — χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια. Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν, 5 μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων· τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη, κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά. Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των, και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι. 10 Εμπρός κοιτάζω τ’ αναμμένα μου κεριά. Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω τί γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει, τί γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν. [1893, 1899*] “Flames and Shadows” A dialogue for three characters: Dimitris, Sophia, and Nephele Setting: A dark room. At the center, a table with lit candles. Sophia stands before them. Dimitris enters silently. Scene A – The Candles and Memory Dimitris (observing the candles): How many have you lit tonight? Sophia: As many as the memories could hold. Each flame, a yesterday. Dimitris: And the extinguished ones? I no longer see them. Sophia: You don’t see them, but you feel them. They are behind us—like shadows that never leave. Dimitris (approaching): I miss the days when I did not know what loss meant. Sophia: But then you did not know what memory meant either. Now you know. And you pay the price. Dimitris (takes a candle and blows it out): If I extinguish this one, will I forget? Sophia: No. You will remember more silently. Dimitris (bitter smile): The candles before us are tomorrow. Those behind, yesterday. And we—caught in between. Sophia: Exactly. Do not look back. There is no light there anymore. Dimitris: And if the light itself is memory? Sophia: Then carry it as a flame, not as a burden. Scene B – Memory and Choice The same setting. The candles have grown fewer. A faint old Greek song drifts in the background—perhaps Hadjidakis’ Serenata—like a wandering memory. Sophia (sitting quietly, holding an extinguished candle): You know… some candles are not put out by time. We extinguish them ourselves. Out of fear. Dimitris: Or out of necessity. We cannot bear to watch them burn. Sophia (looking at him): And yet, their flame is the only truth that never changes. Dimitris (rises, approaches the table): Do you remember that day at the old school? When we lit candles for the teachers who had passed? Sophia: I remember. And I remember the children’s faces. They did not understand the ritual. But they felt something. Dimitris: Perhaps that is memory. Not knowledge, but sensation. Sophia (sighs): And we—the guardians of sensations, not of events. Dimitris (lights a candle): For all that was left unsaid. For all that will not be forgotten. Sophia (whispers): And if tomorrow we have no flames? What then? Dimitris: Then we shall become the candles ourselves. We shall burn to give light. Scene C – The Flame that Learns The room is darker. Some candles have melted away. A distant children’s song is heard, like a memory. Nephele, a young student, enters. Nephele (hesitant): Excuse me… may I come in? I saw the light from the corridor. Sophia (smiling): The light is for everyone. Come. Dimitris (watching her entrance): We are not used to visitors at this hour. Nephele: I wanted to ask… why do you light candles? Do we not have electricity? Sophia: We do. But these candles are not for seeing. They are for remembering. Nephele (approaching): And what do you remember? Dimitris: The people who taught us to think. The moments that made us feel. The words that were never spoken. Nephele (takes a candle, gazes at it): And can I remember too? Even if I lived none of these things? Sophia: You can learn to remember. Memory is not only experience. It is also choice. Dimitris (moved): And every choice is a flame. If you keep it alive, it will light others. Nephele (lights her candle): Then I want to learn. To remember. To write my own flame. Epilogue – Echo of Cavafy The voices fade. The candles flicker. A distant echo of Cavafy’s “Candles” resounds: The days of the future stand before us like a row of lit candles— golden, warm, and alive… (The stage darkens. Only the glow of a few flames remains, trembling against the silence.) Του Δημήτρη Βόγγολη ΜΕΡΟΠΗ ΠΡΩΤΟΛΕΙΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΓΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ «Η Μερόπη και ο Σίσυφος – Το βάρος της σοφίας» «Εμπνευσμένος από τα έργα του αγαπητού φίλου Ποιητού , συγγραφέα και Μαθηματικού κ. Θεόδωρου Δάλμαρη , αλλά και την σοφία της Ελληνικής μυθολογίας προσθέτω ένα ακόμη λιθαράκι στην διδασκαλία της διάδοσης της Ελληνικής Γλώσσας στον απόδημο Ελληνισμό και σε όποιον αγαπά τον πολιτισμό μας .(Θεατρικό μάθημα ιδεών) Στην κορυφή ενός λευκού λόφου της αρχαίας Κορίνθου, η Μερόπη στεκόταν με το βλέμμα στραμμένο προς τη δύση. Δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα· ήταν Μούσα, θεά της γνώσης, της σοφίας, της πραότητας και του έρωτα. Το φως του ήλιου χαράκωνε τον χιτώνα της, ενώ η αύρα του πελάγους τη φίλευε με ψιθύρους των ανθρώπων που δεν γνώριζαν ακόμα την αρμονία. Ο Σίσυφος, ο πολυμήχανος βασιλιάς της Κορίνθου που πρώτος ενδιαφέρετο για το κοινό καλό , πάλευε λίγο πιο πέρα με τον βράχο της μοίρας του. Όχι στον Άδη, όπως λένε οι μύθοι, αλλά στη ζωή, στο καθημερινό γήπεδο των επιλογών και των πράξεων. Τον παρακολουθούσε η Μερόπη, όχι με λύπη, αλλά με αγάπη· γιατί ήξερε πως εκείνος, όσο και αν τον καταδίκαζαν,θα αναζητούσε κάτι περισσότερο: τη γνώση, την ισορροπία, και αλήθεια. Ένα δειλινό, ο βράχος κύλησε αφηνιασμένος μέχρι τα ριζά του βουνού καταστρέφοντας ότι δημιούργησε ο Σίσυφος . Ο Σίσυφος πλησίασε τη Μερόπη άφησε τον βράχο να κυλήσει πίσω. Δεν τον ενδιέφερε πια η κορυφή. Πλησίασε την Μερόπη και της είπε: — Κουράστηκα να κυλάω το ίδιο βάρος, Μερόπη. Αν μου έδινες σοφία, θα το έσπρωχνα για κάτι πέρα από εμένα. Η Μερόπη χαμογέλασε. — Η σοφία δεν είναι να ξεφύγεις από το βάρος, αγαπημένε μου. Είναι να το μετατρέψεις σε δύναμη δημιουργίας νόημα. Έλα, ας το σηκώσουμε μαζί. Έκτοτε, οι δύο μορφές ενώθηκαν σε ένα άτμητο και αδιαίρετο δίπολο. Συναθροίζουν τις γνώσεις και τις δυνάμεις τους και θεοποιούνται Όταν εκείνος σκέφτεται, εκείνη τον ηρεμεί. Όταν εκείνη αγαπά, εκείνος την ενδυναμώνει. Και το βάρος του βράχου έγινε σπέρμα πολιτισμού. Ιδέες για επέκταση: • Οι μαθητές μπορούν να φανταστούν έναν διάλογο ανάμεσα στους δύο για τις αξίες της ζωής. • Ή να γράψουν τη συνέχεια: Πώς η Μερόπη μεταφέρει το φως της σε έναν σημερινό άνθρωπο που κουβαλάει τον δικό του Θεατρικό Απόσπασμα: «Ο Λόγος της Σοφίας» Χώρος: Ένας λόφος στην αρχαία Κόρινθο, κατά το δειλινό Πρόσωπα: Μερόπη, Σίσυφος [Η σκηνή ανοίγει με τον Σίσυφο να σπρώχνει τον βράχο του, με βαριά ανάσα. Η Μερόπη κάθεται ήρεμα σε λίθινο θρόνο, περιβεβλημένη με φως.] Μερόπη: Τόσα χρόνια σε βλέπω να κυλάς αυτόν τον βράχο, αγαπημένε μου. Μα εσύ δεν σταματάς. Για ποιο λόγο; Σίσυφος (με πίκρα): Για να αποδείξω ότι μπορώ. Να δείξω στους θεούς, στον κόσμο, πως η θέληση νικά την αδυναμία να γίνω κι εγώ θεός. Μερόπη (πλησιάζει): Η θέληση χωρίς νόημα είναι σκιώδες πάθος. Η δύναμη σου είναι αστείρευτη, αλλά λείπει η γαλήνη. Δε σ’ έστειλε ο πόνος εδώ· σε έφερε η γνώση που ακόμα σε περιμένει. Σίσυφος (σταματά): Και ποια είναι αυτή η γνώση, Μερόπη; Ποια είναι η σοφία που εσύ κατέχεις και εγώ κυνηγώ; Μερόπη (αγγίζει τον βράχο): Σοφία είναι να γνωρίζεις πότε να σταματήσεις, να ακούς τη σιωπή, να μην παλεύεις τον βράχο, αλλά να τον μετατρέπεις σε στήριγμα. Να κάνεις τον κόπο σου να ανθίσει. Σίσυφος (γονατίζει): Αν είσαι η πραότητα, είσαι η αλήθεια. Αν είσαι ο έρωτας, είσαι η λύτρωση. Μαζί, είμαστε άνθρωποι ολοκληρωμένοι. [Η Μερόπη σηκώνει το βλέμμα και ο ήλιος δύει πίσω της. Ο βράχος φωτίζεται και σταδιακά παίρνει μορφή καρδιάς.] Μερόπη: Ας μην πολεμάμε πια τον εαυτό μας. Έλα, να κυλήσουμε τον κόσμο με λόγο και με φως. Η εικονογραφημένη σκηνή που εμπνεύστηκε από τον μύθο της Μερόπης και του Σίσυφου ! 🌅 Αναδεικνύει τη δύναμη της πραότητας, της ελπίδας και της ισότιμης συνύπαρξης. Όταν η Μούσα της σοφίας στέκεται στο λευκό λόφο της αρχαίας Κορίνθου κι ο βασιλιάς της ευφυΐας την αντικρίζει όχι ως σωτήρα αλλά ως πνευματική σύντροφο… τότε γεννιέται κάτι μεγαλύτερο από τον μύθο: μια εσωτερική αλήθεια. Τίτλος: Η Σκιά του Βράχου ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ — Το Βάρος της Ανάμνησης Σκηνικό: Μια σιωπηλή βουνοπλαγιά. Ο ουρανός ακίνητος, γεμάτος σύμβολα και θραύσματα μνήμης. Ο βράχος του Σισύφου βρίσκεται λίγο πιο κάτω, μισοκρυμμένος μέσα στην ομίχλη. Ένα απόκοσμο φως φωτίζει διακριτικά τη ΜΕΡΟΠΗ, που στέκεται μόνη στο κέντρο της σκηνής. Σκηνή 1: Η Επιστροφή ΜΕΡΟΠΗ: (προσεγγίζει τον βράχο, σαν να ξυπνά από όνειρο) Τον άκουσα ξανά το κάλεσμα. Η πέτρα τραγουδά μέσα μου... Κάθε μέρα. Μα πού είναι εκείνος; Πού είναι ο άνδρας που αγάπησε την πρόκληση περισσότερο απ' την ελευθερία; (Ο ΣΙΣΥΦΟΣ εμφανίζεται από τη σκιά, σκυμμένος. Στάζει ιδρώτας μα κι αλαζονεία.)ΣΙΣΥΦΟΣ: Δεν αγαπά κανείς την τιμωρία. Μα αν την κοιτάξεις αρκετά... γίνεται καθρέφτης. Και τότε, σταματάς να κυλάς τον βράχο. Τον σηκώνεις μέσα σου. ΜΕΡΟΠΗ: Σε περίμενα. Όχι για λύτρωση, μα για αλήθεια. Την είδες ποτέ στο πρόσωπό σου; ΣΙΣΥΦΟΣ: Πρόσωπο… δεν θυμάμαι πια. Μόνο πέτρα. Και αντίσταση. Σκηνή 2: Το Δίλημμα (Η ΜΕΡΟΠΗ κάθεται στο βράχο. Ο ΣΙΣΥΦΟΣ περιφέρεται γύρω της.) ΜΕΡΟΠΗ: Κι αν η τιμωρία σου είναι μύθος, όπως εσύ τον φτιάχνεις; Αν έχεις ελευθερία, μα δεν τολμάς να την φορέσεις; ΣΙΣΥΦΟΣ: Προτιμώ το βέβαιο βάρος απ’ το αβέβαιο φως. Η ελπίδα… με φοβίζει. ΜΕΡΟΠΗ: Θα την μοιραστούμε. Αν θες. (Προτείνει το χέρι της. Ο ΣΙΣΥΦΟΣ διστάζει.) Σκηνή 3: Η Μεταμόρφωση (Ο βράχος αρχίζει να φωσφορίζει. Η σκηνή τρέμει.) ΣΙΣΥΦΟΣ: Ήρθε η στιγμή να ρωτήσω… Αν αφήσω τον βράχο, ποιος είμαι; ΜΕΡΟΠΗ: Είσαι εκείνος που διαλέγει. Και μόνο αυτό αρκεί. (Ο ΣΙΣΥΦΟΣ ακουμπά το χέρι της. Ο βράχος αρχίζει να διαλύεται σε φως.) Σκηνικό: Έρημος με ουρανό γεμάτο αρχετυπικά σύμβολα. Ο βράχος του Σισύφου, πελώριος, στέκεται ακίνητος στο βάθος. Μυστήριο φως λούζει τη σκηνή. Διάλογος: ΜΕΡΟΠΗ (με δάκρυα και θυμό): Μέρα τη μέρα, σε βλέπω να αγωνίζεσαι. Μήπως αγαπάς την τιμωρία σου, Σίσυφε; ΣΙΣΥΦΟΣ (με γαλήνη): Δεν είναι αγάπη. Είναι συνήθεια. Ή μήπως καθήκον; Όταν ο βράχος μιλά, εγώ σωπαίνω. ΜΕΡΟΠΗ: Η σιωπή σου είναι βροντερή. Μα αν έστω μια φορά τον άφηνες… αν διάλεγες να φύγεις; ΣΙΣΥΦΟΣ (χαμογελώντας πικρά): Και πού να πάω; Εδώ, ανάμεσα στην τιμωρία και στην ελπίδα, χτίζω τον εαυτό μου. (παύση – η ΜΕΡΟΠΗ πλησιάζει τον βράχο, τον ακουμπά) ΜΕΡΟΠΗ: Αν τον κυλήσω εγώ… τι θα γίνει; ΣΙΣΥΦΟΣ: Ίσως τότε... αρχίσει πραγματικά η ιστορία μας Πηγή:Γυναίκα το πρώτο ον του σύμπαντος και η πρώτη δεσμώτης Θ.Δάλμαρη. Ελληνική μυθολογία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου