20260112
ΔΙΑΛΟΓΟΙ VΙ του Δημήτρη Βόγγολη
Ένα θεατρικό διάλογο εμπνευσμένο από το ποίημα «Τα Κεριά» του Κ.Π. Καβάφη δίνει την αίσθηση του χρόνου που περνά, της μνήμης και της απώλειας, μέσα από τρία πρόσωπα που συνομιλούν σε μια σκηνή φωτισμένη μόνο από φλόγες κεριών.:
«Φλόγες και Σκιές» Διάλογος για τρία πρόσωπα Δημήτρης , Σοφία και Νεφέλη
Σκηνικό: Ένα σκοτεινό δωμάτιο. Στο κέντρο, ένα τραπέζι με αναμμένα κεριά. Η Σοφία: στέκεται μπροστά τους. Ο Δημήτρης μπαίνει αθόρυβα.
Δημήτρης : (παρατηρεί τα κεριά) Πόσα άναψες απόψε;
Σοφία: Όσα χωρούσαν οι αναμνήσεις. Κάθε φλόγα, κι ένα χθες.
Δημήτρης : Κι οι σβησμένες; Δεν τις βλέπω πια.
Σοφία: Δεν τις βλέπεις, αλλά τις νιώθεις. Είναι πίσω μας. Σαν τις σκιές που δεν φεύγουν.
Δημήτρης : (πλησιάζει) Μου λείπουν οι μέρες που δεν ήξερα τι σημαίνει απώλεια.
Σοφία . Μα τότε δεν ήξερες ούτε τι σημαίνει μνήμη. Τώρα ξέρεις. Και πληρώνεις το τίμημα.
Δημήτρης : (παίρνει ένα κερί και το σβήνει) Αν σβήσω αυτό, θα ξεχάσω;
Σοφία: Όχι. Θα θυμάσαι πιο σιωπηλά.
Δημήτρης : (χαμογελά πικρά) Τα κεριά μπροστά μας είναι το αύριο. Τα πίσω, το χθες. Κι εμείς, ανάμεσα.
Σοφία: Ακριβώς. Μην κοιτάς πίσω. Δεν έχει φως εκεί πια.
Δημήτρης : Κι αν το φως ήταν η ίδια η μνήμη;
Σοφία: Τότε να την κουβαλάς σαν φλόγα. Όχι σαν βάρος.
Σκηνή Β' – «Η Μνήμη και η Επιλογή»
Ίδια σκηνή. Τα κεριά έχουν λιγοστέψει. Ακούγεται χαμηλά ένα παλιό ελληνικό τραγούδι, ίσως η «Σερενάτα» του Χατζιδάκι, σαν ανάμνηση που πλανάται.
Σοφία: (κάθεται σιωπηλή, κρατώντας ένα σβησμένο κερί) Ξέρεις… μερικά κεριά δεν τα σβήνει ο χρόνος. Τα σβήνουμε εμείς. Από φόβο.
Δημήτρης: Ή από ανάγκη. Δεν αντέχουμε να τα βλέπουμε να καίγονται.
Σοφία: (τον κοιτάζει) Κι όμως, η φλόγα τους είναι η μόνη αλήθεια που δεν αλλάζει.
Δημήτρης: (σηκώνεται, πλησιάζει το τραπέζι) Θυμάσαι εκείνη τη μέρα στο παλιό σχολείο; Που ανάψαμε κεριά για τους δασκάλους που έφυγαν;
Σοφία: Θυμάμαι. Και θυμάμαι και τα πρόσωπα των παιδιών. Δεν καταλάβαιναν το τελετουργικό. Μα ένιωθαν κάτι.
Δημήτρης: Ίσως αυτό είναι η μνήμη. Όχι η γνώση, αλλά η αίσθηση.
Σοφία: (αναστενάζει) Κι εμείς, οι φύλακες των αισθήσεων. Όχι των γεγονότων.
Δημήτρης: (παίρνει ένα κερί και το ανάβει) Για όσα δεν ειπώθηκαν. Για όσα δεν θα ξεχαστούν.
Σοφία: (ψιθυριστά) Κι αν αύριο δεν έχουμε φλόγες; Τι θα κάνουμε;
Δημήτρης : Θα γίνουμε εμείς τα κεριά. Θα καούμε για να φωτίσουμε.
Σκηνή Γ' – «Η Φλόγα που Μαθαίνει»
Το δωμάτιο είναι πιο σκοτεινό. Μερικά κεριά έχουν λιώσει. Ακούγεται μακρινά ένα παιδικό τραγούδι, σαν ανάμνηση. Εισέρχεται η ΝΕΦΕΛΗ, μια νεαρή μαθήτρια.
ΝΕΦΕΛΗ: (διστακτικά) Συγγνώμη… μπορώ να μπω; Είδα το φως από το διάδρομο.
Σοφία: (χαμογελά) Το φως είναι για όλους. Έλα.
Δημήτρης : (παρατηρεί την είσοδό της) Δεν συνηθίζουμε επισκέψεις τέτοια ώρα.
ΝΕΦΕΛΗ: Ήθελα να ρωτήσω… γιατί ανάβετε κεριά; Δεν έχουμε ρεύμα;
Σοφία: Έχουμε. Μα αυτά τα κεριά δεν είναι για να βλέπουμε. Είναι για να θυμόμαστε.
ΝΕΦΕΛΗ: (πλησιάζει) Και τι θυμάστε;
Δημήτρης : Τους ανθρώπους που μας έμαθαν να σκεφτόμαστε. Τις στιγμές που μας έκαναν να νιώσουμε. Τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
ΝΕΦΕΛΗ: (παίρνει ένα κερί και το κοιτάζει) Κι εγώ μπορώ να θυμάμαι; Αν δεν έζησα τίποτα απ’ αυτά;
Σοφία: Μπορείς να μάθεις να θυμάσαι. Η μνήμη δεν είναι μόνο εμπειρία. Είναι και επιλογή.
Δημήτρης : (συγκινημένος) Και κάθε επιλογή είναι μια φλόγα. Αν την κρατήσεις ζωντανή, θα φωτίσει κι άλλους.
ΝΕΦΕΛΗ: (ανάβει το κερί της) Τότε θέλω να μάθω. Να θυμάμαι. Να γράψω κι εγώ τη δική μου φλόγα. 2025
Κεριά Καβάφη…………………..
Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
5
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.
Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
10
Εμπρός κοιτάζω τ’ αναμμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τί γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τί γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.
[1893, 1899*] “Flames and Shadows”
A dialogue for three characters: Dimitris, Sophia, and Nephele
Setting: A dark room. At the center, a table with lit candles. Sophia stands before them. Dimitris enters silently.
Scene A – The Candles and Memory
Dimitris (observing the candles): How many have you lit tonight?
Sophia: As many as the memories could hold. Each flame, a yesterday.
Dimitris: And the extinguished ones? I no longer see them.
Sophia: You don’t see them, but you feel them. They are behind us—like shadows that never leave.
Dimitris (approaching): I miss the days when I did not know what loss meant.
Sophia: But then you did not know what memory meant either. Now you know. And you pay the price.
Dimitris (takes a candle and blows it out): If I extinguish this one, will I forget?
Sophia: No. You will remember more silently.
Dimitris (bitter smile): The candles before us are tomorrow. Those behind, yesterday. And we—caught in between.
Sophia: Exactly. Do not look back. There is no light there anymore.
Dimitris: And if the light itself is memory?
Sophia: Then carry it as a flame, not as a burden.
Scene B – Memory and Choice
The same setting. The candles have grown fewer. A faint old Greek song drifts in the background—perhaps Hadjidakis’ Serenata—like a wandering memory.
Sophia (sitting quietly, holding an extinguished candle): You know… some candles are not put out by time. We extinguish them ourselves. Out of fear.
Dimitris: Or out of necessity. We cannot bear to watch them burn.
Sophia (looking at him): And yet, their flame is the only truth that never changes.
Dimitris (rises, approaches the table): Do you remember that day at the old school? When we lit candles for the teachers who had passed?
Sophia: I remember. And I remember the children’s faces. They did not understand the ritual. But they felt something.
Dimitris: Perhaps that is memory. Not knowledge, but sensation.
Sophia (sighs): And we—the guardians of sensations, not of events.
Dimitris (lights a candle): For all that was left unsaid. For all that will not be forgotten.
Sophia (whispers): And if tomorrow we have no flames? What then?
Dimitris: Then we shall become the candles ourselves. We shall burn to give light.
Scene C – The Flame that Learns
The room is darker. Some candles have melted away. A distant children’s song is heard, like a memory. Nephele, a young student, enters.
Nephele (hesitant): Excuse me… may I come in? I saw the light from the corridor.
Sophia (smiling): The light is for everyone. Come.
Dimitris (watching her entrance): We are not used to visitors at this hour.
Nephele: I wanted to ask… why do you light candles? Do we not have electricity?
Sophia: We do. But these candles are not for seeing. They are for remembering.
Nephele (approaching): And what do you remember?
Dimitris: The people who taught us to think. The moments that made us feel. The words that were never spoken.
Nephele (takes a candle, gazes at it): And can I remember too? Even if I lived none of these things?
Sophia: You can learn to remember. Memory is not only experience. It is also choice.
Dimitris (moved): And every choice is a flame. If you keep it alive, it will light others.
Nephele (lights her candle): Then I want to learn. To remember. To write my own flame.
Epilogue – Echo of Cavafy
The voices fade. The candles flicker. A distant echo of Cavafy’s “Candles” resounds:
The days of the future stand before us like a row of lit candles— golden, warm, and alive…
(The stage darkens. Only the glow of a few flames remains, trembling against the silence.)
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου